Τον Ηλία Μιχαλά τον γνώρισα στο Best Friends, στο Κεφαλάρι. Όχι σε κανένα συνέδριο για το blockchain, όχι σε κάποιο σκοτεινό δωμάτιο όπου άνθρωποι με μαύρα ζιβάγκο αποφασίζουν πώς θα είναι ο κόσμος το 2045, ούτε σε κανένα τηλεοπτικό πάνελ όπου οι «ειδικοί» μιλάνε όλοι μαζί για πράγματα που έμαθαν στο Uber πηγαίνοντας στο στούντιο. Τον γνώρισα σε ένα ραντεβού γνωριμίας για μια πρωτοπόρα ιδέα, μαζί με τον Μάκη Σεριάτο. Και εκεί υπήρχε ήδη το πρώτο πρόβλημα. Γιατί ο Μάκης και ο Ηλίας είχαν υπάρξει συνεργάτες από τα χρόνια πριν ο Μάκης γίνει «ο Μάκης» και πριν αρχίσουμε όλοι οι υπόλοιποι να ανακαλύπτουμε ως ελληνική αγορά τις καινοτομίες περίπου δεκαπέντε λεπτά αφού τις είχε ήδη μυριστεί ο Μιχαλάς. Ο οποίος εμφανίστηκε μπροστά μου σαν ένας ξανθομπάμπουρας με μια κόμμωση βγαλμένη από τη δεκαετία του ’80, μόνο που κάποιος είχε περάσει από πάνω της ένα software update για να λειτουργεί και το 2026, χαμογελώντας ειλικρινά με το παραμικρό και προσπαθώντας, ο δύσμοιρος, να μας εξηγήσει τη Μεγάλη Ιδέα.
Τώρα, τι Μεγάλη Ιδέα να εξηγήσεις σε εκείνο το τραπέζι; Από τη μία ο Σεριάτος, που έχει φάει παρουσιάσεις νέων ιδεών με το κουτάλι, το πιρούνι, το σερβίτσιο και πιθανότατα μαζί και το τραπεζομάντιλο. Από την άλλη εγώ, με χρόνια ΔΕΠΥ και έναν εγκέφαλο που έχει αυτή την απολύτως ανυπόφορη συνήθεια να πιστεύει ότι κατάλαβε τι θέλεις να πεις περίπου εννέα λεπτά πριν το πεις. Ο Ηλίας ξεκινούσε πρόταση. Τον διακόπταμε. Ξαναξεκινούσε. Τον ξαναδιακόπταμε. Χασκογελούσε. Προσπαθούσε πάλι. Κάπου εκεί πρέπει να είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν είχε έρθει σε επαγγελματικό meeting ή σε κάποιο πείραμα κοινωνικής ψυχολογίας για την αντοχή του ανθρώπινου νευρικού συστήματος.
Κάποια στιγμή βρεθήκαμε με την Πολιτική Ακαδημία έτοιμη. Το διδακτικό προσωπικό ο Ηλίας και ο Μάκης το είχαν στήσει σχεδόν στο άψε-σβήσε, με έναν κόσμο από την πολιτική, την επικοινωνία και τη δημόσια ζωή που υπό φυσιολογικές συνθήκες θέλεις τρεις γραμματείς, δύο κουμπάρους και έναν μικρό θεό για να τον βάλεις στην ίδια αίθουσα. Και μετά ήρθε το μικρό, ασήμαντο πρόβλημα: έπρεπε να βρούμε φοιτητές. Εκεί αρχίσαμε εγώ και ο Μιχαλάς να διαφωνούμε σχεδόν θεολογικά για το πώς μια ιδέα γίνεται προϊόν, πώς το προϊόν γίνεται ανάγκη και πώς η ανάγκη γίνεται πραγματική αγορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι της επικοινωνίας κοιτάζουν το μήνυμα. Ο Μιχαλάς κοιτάζει τον μηχανισμό πίσω από το μήνυμα.
Δεν είναι τυχαίο ότι η δημόσια διαδρομή του περνά από μεγάλα ΜΜΕ και τον όμιλο ΑΝΤ1, μεγάλες διαφημιστικές, πολιτικό marketing και crisis management, πριν στραφεί συστηματικά από το 2015 στο νομισματικό marketing, το blockchain και τα smart contracts. Και τότε, κάπου μέσα σε όλο αυτό, πέφτω ένα βράδυ πάνω σε ένα από εκείνα τα κείμενα-σεντόνια που γράφει στο Facebook. Από αυτά που μέχρι τότε έβλεπα, έλεγα «ωχ, πάλι ο Ηλίας έγραψε Καινή Διαθήκη» και συνέχιζα αμέριμνος τη ζωή μου χωρίς να μπω στον κόπο να τα διαβάσω. Μόνο που αυτή τη φορά κοιτάζω από κάτω και βλέπω περίπου 350 σχόλια. Συζήτηση εκατοντάδων ανθρώπων κάτω από κείμενο χωρίς να έχεις δείξει βυζιά, κώλους, γατάκια, τροχαίο, Survivor και χωρίς να σε λένε Elon Musk, είναι από μόνη της κοινωνιολογικό φαινόμενο.
Διαβάζω μια σοβαρή, δομημένη σκέψη για το πώς το blockchain δεν είναι ένα καζίνο για πιτσιρικάδες που αγοράζουν νομίσματα με σκυλάκια, αλλά μια τεχνολογία που μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο πιστοποιούμε αξία, οργανώνουμε παραγωγικές σχέσεις και αντιλαμβανόμαστε την ίδια την έννοια της συναλλαγής. Και μένω χάνος. Κανονικά χάνος. Και μετά αρχίζω να μουτζώνω νοητά τον εαυτό μου. Γιατί συνειδητοποιώ ότι κάθομαι κάθε μέρα στο ίδιο γραφείο με τον τύπο που μπορεί να σου συνδέσει νομισματική ιστορία, πολιτική επικοινωνία, τεχνολογία, blockchain και πραγματική οικονομία στην ίδια πρόταση κι εγώ, αντί κάποια στιγμή να το βουλώσω και να μάθω κάτι, τον διακόπτω κάθε τρία λεπτά για να αποδείξω ότι είμαι ο εξυπνάκιας της παρέας.

Την επόμενη μέρα ανοίγει συζήτηση για κρυπτονομίσματα και πραγματική οικονομία. Το αντανακλαστικό μου, φυσικά, λειτουργεί κανονικά: πάω να πεταχτώ. Να κάνω αυτό το «ναι, αλλά…» που κάνουμε όλοι όταν ο άλλος ξέρει κάτι που εμείς δεν ξέρουμε και ο εγκέφαλός μας ψάχνει απεγνωσμένα μια έξοδο κινδύνου για τον εγωισμό του. Και ξαφνικά θυμάμαι το κείμενο. Και σκάω. Κυριολεκτικά. Τον αφήνω να τελειώσει. Και ο τύπος αρχίζει να ξεδιπλώνει μπροστά μου πώς μια εναλλακτική νομισματική αρχιτεκτονική θα μπορούσε να συνδεθεί με πραγματικές συναλλαγές, παραγωγή και οικονομική λειτουργία. Δεν άκουγα θεωρία. Άκουγα κάποιον να προσπαθεί να βάλει βίδες, καλώδια και μηχανή σε μια πολιτική ιδέα που στην Ελλάδα είχε συζητηθεί κυρίως με κραυγές.
Κάπως έτσι ξεκίνησε και το δικό μας debate για την Καρυστιανού. Όχι για το αν είναι καλή, κακή, αγία, διάβολος, δεξιά, αριστερή ή κεντρώα — αυτά είναι η πνευματική τσίχλα της ελληνικής πολιτικής συζήτησης. Το πραγματικό ερώτημα ήταν άλλο: πώς ένας άνθρωπος που αποκτά τεράστιο κοινωνικό κεφάλαιο μετατρέπεται, αν θέλει, σε πραγματικό πολιτικό υποκείμενο; Πώς περνάς από το συναίσθημα στη δομή, από τη διαμαρτυρία στην οργάνωση, από το πρόσωπο στο σύστημα και από το «με ακούνε» στο «μπορώ να κυβερνήσω»; Ο Ηλίας το έβλεπε από την ανάποδη πλευρά από αυτή που το βλέπει συνήθως η Ελλάδα. Δεν ξεκινούσε από τα τηλεοπτικά πάνελ. Ξεκινούσε από την αρχιτεκτονική.
Και κάπου εδώ αρχίζει το ελληνικό ανέκδοτο. Γιατί ξαφνικά η Ελλάδα ανακάλυψε τον Ηλία Μιχαλά. Ξαφνικά. Λες και μέχρι προχθές ήταν βοσκός στα Ζαγοροχώρια και τον βρήκε τυχαία ένα συνεργείο του Star να φιλοσοφεί δίπλα στα γίδια. Ο άνθρωπος είχε περάσει από ΜΜΕ, διαφήμιση, πολιτικό marketing, crisis management, νομισματική σκέψη, blockchain και Web3. Δηλαδή ο τύπος δεν πήδηξε ξαφνικά μέσα από ένα κουτί πολιτικής επικοινωνίας. Απλώς εμείς έχουμε αυτή την υπέροχη εθνική συνήθεια: άνθρωποι δουλεύουν τριάντα χρόνια δίπλα μας και τους ανακαλύπτουμε μόνο όταν το όνομά τους εμφανιστεί στο κάτω τρίτο μιας τηλεοπτικής οθόνης.
Εγώ πάντως τον έχω ανακαλύψει με τον δύσκολο τρόπο. Με χρόνια διακοπών στις προτάσεις του, διαφωνιών, καφέδων, καβγάδων για ιδέες και εκείνων των μεταμεσονύκτιων τηλεφωνημάτων που κάνεις μόνο στους πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους. Γιατί όταν έχω μπροστά μου πραγματικά μεγάλο πρόβλημα — όχι «τι χρώμα να βάλουμε στο banner», αλλά από εκείνα που σου κάθονται στο στήθος στις δύο το πρωί και αρνούνται να φύγουν — ο Ηλίας είναι ένας από τους ανθρώπους που θα πάρω τηλέφωνο. Και του ζητάω τη γνώμη του. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι πλέον κάνω κάτι που στις πρώτες μας συναντήσεις έμοιαζε επιστημονική φαντασία: τον αφήνω να τελειώσει.
Γιατί κάποια στιγμή μεγαλώνεις αρκετά ώστε να καταλάβεις ότι εξυπνάδα δεν είναι να έχεις πάντα κάτι να πεις. Εξυπνάδα είναι να αναγνωρίζεις πότε απέναντί σου κάθεται κάποιος από τον οποίο έχεις κάτι να μάθεις. Και ο Μιχαλάς είναι ένας από αυτούς τους ανθρώπους. Όχι επειδή συμφωνώ μαζί του πάντα — κάθε άλλο. Αλλά επειδή μπορεί να πάρει κάτι που όλοι συζητάμε σαν σύνθημα, να το ανοίξει πάνω στο τραπέζι σαν μηχανικός, να σου δείξει τα γρανάζια και μετά να σε ρωτήσει: «Ωραία. Τώρα θες να δούμε πώς δουλεύει στην πραγματικότητα;».
Οπότε ναι. Ξαφνικά η Ελλάδα ανακάλυψε τον Ηλία Μιχαλά. Καλώς την. Εγώ απλώς ελπίζω αυτή τη φορά να κάνει κάτι που άργησα κι εγώ πάρα πολύ να μάθω: να το βουλώσει για πέντε λεπτά και να τον αφήσει να τελειώσει.

