Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας

Δεν το ξέρει ο πολύς κόσμος. Το γνωρίζουν κυρίως οι άνθρωποι που βρέθηκαν αρκετά κοντά ώστε να τους αφορά άμεσα, να κερδίσουν κάτι, να χάσουν κάτι ή απλώς να αναρωτηθούν τι στο διάολο έκανα πάλι. Στη ζωή μου πρωταγωνίστησα σε μερικά κατακλυσμικά γεγονότα του κλάδου με τον οποίο ασχολήθηκα, αν και ακόμη δυσκολεύομαι να ονομάσω αυτόν τον κλάδο. Δεν είναι ακριβώς μάρκετινγκ. Δεν είναι ακριβώς τεχνολογία. Δεν είναι ακριβώς επικοινωνία, επιχειρηματικότητα ή πολιτική. Και σίγουρα δεν είναι ακριβώς καριέρα, γιατί η καριέρα προϋποθέτει μια σκάλα, ενώ εγώ συνήθως έμπαινα από το παράθυρο, έσπαγα κατά λάθος το τζάμι και μετά προσπαθούσα να πείσω τους παρευρισκόμενους ότι αυτό ήταν μέρος της στρατηγικής. Ήμουν συχνά εκεί όταν κάτι καινούργιο γεννιόταν. Το έβλεπα πριν αποκτήσει όνομα, το εξηγούσα πριν αποκτήσει αγορά και πολλές φορές το παρέδιδα σε άλλους πριν αποκτήσει αξία. Αυτό ονομάζεται επιτυχία; Ή μήπως είναι απλώς ένας κομψός τρόπος να περιγράψεις την ανικανότητα ενός ανθρώπου να κρατήσει όσα δημιούργησε;

Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Δεν γράφω για το χρήμα όπως γράφει κάποιος που το έχει λύσει και τώρα, από την ασφάλεια της περιουσίας του, μας εξηγεί ότι η ζωή είναι εμπειρίες. Οι άνθρωποι που λένε ότι τα χρήματα δεν έχουν σημασία συνήθως διαθέτουν αρκετά ώστε να μπορούν να τα περιφρονούν χωρίς συνέπειες. Εγώ γράφω από μια διαφορετική θέση: από τη θέση κάποιου που δημιούργησε αξία, είδε ιδέες του να γίνονται επιχειρήσεις, αγορές, καμπάνιες και περιουσίες, αλλά ο ίδιος δεν έγινε ποτέ πλούσιος. Επομένως, η σύγκρουση είναι προσωπική και καθόλου τιμητική. Αν θεωρήσω επιτυχία όσα έζησα και όσα προκάλεσα, τότε πρέπει να δεχθώ ότι η επιτυχία μπορεί να υπάρχει χωρίς οικονομικό αποτέλεσμα. Αν, όμως, θεωρήσω επιτυχία μόνο ό,τι παραμένει στον τραπεζικό λογαριασμό, τότε ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου δεν ήταν παρά μια θεαματική σειρά κακών επιχειρηματικών αποφάσεων. Η αλήθεια, υποψιάζομαι, βρίσκεται κάπου ανάμεσα. Και συνήθως η αλήθεια που βρίσκεται ανάμεσα είναι πιο ενοχλητική, γιατί δεν σου επιτρέπει ούτε να καμαρώνεις ούτε να αυτομαστιγώνεσαι με την ησυχία σου.

Η ιστορία ξεκινά το μακρινό 1986, όταν ως πρόεδρος του δεκαπενταμελούς του 2ου Γυμνασίου Κομοτηνής, με τη βοήθεια του εμβληματικού Γιάννη Σμυρνιωτάκη, εκδώσα μια μαθητική εφημερίδα. Για τα γραφόμενα πήρα τριήμερη αποβολή, γεγονός που τότε μου φάνηκε πολιτική δίωξη και σήμερα μου φαίνεται μάλλον η πρώτη επαγγελματική αξιολόγηση που έλαβα. Η φαεινή μου ιδέα ήταν να βάλουμε διαφημίσεις. Με τα χρήματα πληρώθηκαν τα εισιτήρια της εκδρομής για συμμαθητές που δεν είχαν οικονομική άνεση. Πληρώθηκε, βεβαίως, και το δικό μου εισιτήριο. Εγώ το θεωρούσα δίκαιη αμοιβή του εμπνευστή. Ο φίλος μου ο Κυριάκος Μπαμπασίδης το θεώρησε επαρκή λόγο για να με καθαιρέσει από πρόεδρο. Και σωστά έκανε. Εγώ είχα μόλις ανακαλύψει το advertising-funded social impact, εκείνος είχε ανακαλύψει την εταιρική διακυβέρνηση. Αυτός έγινε καθηγητής πανεπιστημίου και πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ, εγώ, ακόμη το ψάχνω.

Χωρίς να το ξέρουμε, είχαμε ήδη ανακαλύψει ολόκληρο το πρόβλημα της μετέπειτα ζωής μου: πότε η δημιουργία κοινωνικής αξίας δικαιούται προσωπική αμοιβή και πότε ο δημιουργός χρησιμοποιεί το κοινό καλό ως ηθικό άλλοθι για να βάλει μέσα και το δικό του εισιτήριο;

Ακολούθησε η κατάληψη στο Λύκειο, εκείνη που παρουσιάστηκε τότε ως η πρώτη του είδους της στην Ελλάδα, και η πρώτη φορά που είδα το πρόσωπό μου στα εξώφυλλα όλων των μεγάλων εφημερίδων. Για ένα παιδί που είχε μεγαλώσει ανάμεσα στην Κομοτηνή και στο Ηράκλειο, γιο ενός μπογιατζή και μιας καθαρίστριας, η εικόνα ήταν σχεδόν μεταφυσική. Μέχρι τότε οι εφημερίδες περιέγραφαν έναν κόσμο στον οποίο δεν ανήκα. Ξαφνικά, βρισκόμουν μέσα του. Η δημοσιότητα έχει αυτή την πονηρή ιδιότητα: σε κάνει να πιστεύεις ότι η ορατότητα είναι ισχύς. Δεν είναι. Μπορεί να είναι η πρώτη ύλη της ισχύος, αλλά χωρίς μηχανισμό, ιδιοκτησία και διάρκεια παραμένει απλώς μια φωτογραφία που την επόμενη ημέρα τυλίγει ψάρια. Έμαθα νωρίς ότι μπορεί να σε κοιτούν όλοι και να μη σε ακούει κανείς. Μπορεί να βρίσκεσαι στο κέντρο μιας ιστορίας και να μην ελέγχεις ούτε μία γραμμή της.

Αργότερα θα το ξαναζούσα σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα: η αναγνωρισιμότητα, η επιρροή και η πρόσβαση μοιάζουν με πλούτο, μέχρι τη στιγμή που πρέπει να πληρώσεις έναν πραγματικό λογαριασμό.

Στα χρόνια που ακολούθησαν βρέθηκα σε διαδοχικά σημεία μετάβασης, συνήθως λίγο πριν γίνουν προφανή. Στην ενσωμάτωση των υπολογιστών στη δημιουργία περιοδικών, με ένα από τα πρώτα Macintosh που έφτασαν στην Ελλάδα. Στην εισαγωγή των plotter στην επιγραφοποιία και στη διαφήμιση σημείων πώλησης. Ακόμη σε ένα γραφείο στην Ιαπωνία διερωτούνται πως ένας πωλητάκος στην Αθήνα πούλησε μόνος του όσα πλότερ πουλήθηκαν σε ολη την Ευρωπη μαζί! Και ακόμη παρουσιάζουν σαν USP τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους και όχι το τι μπορείς να φτιάξεις με αυτά!

Στα πρώτα ολόκληρα αυτοκίνητα που ντύθηκαν με διαφημιστικά μηνύματα, στα καπέλα των περιπτέρων, στις οθόνες στο Μετρό της Αθήνας, στα περίπτερα, στις εκθέσεις, στα εμπορικά κέντρα, στις τράπεζες και στα σούπερ μάρκετ. Πριν γεμίσει ο κόσμος οθόνες, κάποιοι έπρεπε να πείσουν τους υπόλοιπους ότι οι οθόνες είχαν λόγο να βρίσκονται εκεί. Ήμουν έγώ με την πραγματικά απίστευτη στήριξη που μου είχε παρέχει ο τότε εργοδότης και φίλος μου Κυριάκος Ιντζόγλου. Δεν ξέρω αν πρέπει να είμαι υπερήφανος ή να ζητήσω συγγνώμη από την ανθρωπότητα. Βοήθησα να μετατραπεί ο δημόσιος χώρος σε επιφάνεια επικοινωνίας και μετά πέρασα χρόνια γκρινιάζοντας ότι δεν υπάρχει πια σιωπή. Αυτή είναι μια από τις αντιφάσεις της επιτυχίας: πολλές φορές καταφέρνεις ακριβώς αυτό που ήθελες και ύστερα ανακαλύπτεις ότι δεν είχες καταλάβει τι ακριβώς ήθελες.

Υπήρξε και η πολιτική εισαγωγής του Κωτσόβολου στην Κομοτηνή. Μια στρατηγική αντιμετώπισης της που ο τοπικός μεγαλοεπιχερηματίας Τζεβελεκίδης αγνόησε, μου είπε ότι πετάω στα συννεφα, μέχρι που την παρουσίασα στον Κωτσοβολο, την αγόρασε, για να ολοκληρωθεί χρόνια αργότερα η ειρωνεία με την επιχείρησή του να καταλήγει στον ίδιο τον Κωτσόβολο. Δεν ξέρω αν αυτό αποδεικνύει ότι είχα δίκιο ή ότι η Ιστορία διαθέτει σαδιστικό χιούμορ. Πιθανότατα και τα δύο. Το βέβαιο είναι ότι το να βλέπεις σωστά το μέλλον δεν σημαίνει ότι έχεις και μερίδιο σε αυτό. Μπορεί να προειδοποιήσεις, να σχεδιάσεις, να εξηγήσεις και να πείσεις. Αν όμως δεν διαθέτεις κεφάλαιο, συμβόλαιο ή ιδιοκτησία, παραμένεις ο άνθρωπος που έδειξε τον δρόμο, όχι εκείνος που εισέπραξε τα διόδια. Για χρόνια θεωρούσα ότι το να αποδεικνύεται η ορθότητα μιας ιδέας ήταν αρκετή ανταμοιβή. Είναι μια ωραία και ηθικά καθαρή πεποίθηση, μέχρι να δεις εκείνον που αρχικά την απέρριψε να την εφαρμόζει πλουσιότερος, ενώ εσύ αφηγείσαι την ιστορία σε ένα τραπέζι και περιμένεις να έρθει ο λογαριασμός.

Αργότερα συμμετείχα στις πρώτες προσπάθειες το 2009 να μετρηθεί η επιρροή ανθρώπων που σήμερα θα αποκαλούσαμε influencers στις αγοραστικές αποφάσεις, μέσα από το Popcon app του Πάνου Κορδονούρη, του Boss της τεχνολογίας στην Ελλάδα. Ήρθε ο ψηφιακός Χρυσός Οδηγός με το findhere.gr, όταν η αναζήτηση στο διαδίκτυο δεν είχε ακόμη γίνει καθημερινό αντανακλαστικό. Ήρθαν τα πρώτα μεγάλης κλίμακας εγχειρήματα SEO, πριν γεμίσει ο πλανήτης «ειδικούς» που υπόσχονται την πρώτη θέση στην Google με τρία keywords, δύο backlinks και το βλέμμα κάποιου που έχει δει το μέλλον σε webinar. Εκεί έμαθα κάτι πιο ανησυχητικό: η επιτυχία δεν ανήκει πάντοτε στον πρώτο που καταλαβαίνει. Ανήκει συχνά στον δεύτερο, στον τρίτο ή στον δέκατο, σε εκείνον που εμφανίζεται όταν η αγορά έχει ωριμάσει αρκετά ώστε να μην ακούγεται τρελός. Ο πρωτοπόρος πληρώνει το κόστος της εκπαίδευσης. Ο ακόλουθος εισπράττει το τίμημα της κανονικοποίησης. Και ύστερα ο πρωτοπόρος καλείται σε συνέδρια για να διηγηθεί πόσο μπροστά ήταν, συνήθως με τα έξοδα μετακίνησης καλυμμένα.

Κάπου πριν από τον Παναμά υπήρξε και μια σκοτεινότερη παρένθεση: η καθαρά θεωρητική συμμετοχή μου σε πρώιμες συζητήσεις για το πώς το νεογέννητο τότε Bitcoin θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε ανώνυμες αγορές του dark web. Ως φανατικός παρατηρητής εκείνων των υπόγειων φόρουμ, συζήτησα με λογαριασμό που παρουσιαζόταν ως Dread Pirate Roberts όχι μόνο τον μηχανισμό των συναλλαγών, αλλά κυρίως τον μηχανισμό της εξουσίας. Αν θέλεις να προσελκύσεις ανθρώπους που αντιδρούν στο σύστημα, δεν τους πουλάς παρανομία· τους πουλάς ελευθερία. Τους λες ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν και ηγείσαι πείθοντάς τους ότι κανείς δεν ηγείται. Έναν μήνα αργότερα είδα το Silk Road να υλοποιεί αυτή τη λογική και έμεινα να κοιτάζω την οθόνη σαν άνθρωπος που εξήγησε πώς κατασκευάζεται ένα υποβρύχιο και το είδε να χρησιμοποιείται για λαθρεμπόριο. Δεν συμμετείχα στην εκτέλεση, δεν πήρα Bitcoin και δεν είμαι εκείνος που κατέδωσε τον Roberts. Θα ήμουν νεκρός. Άλλοι δημιούργησαν μια αυτοκρατορία, άλλοι φυλακίστηκαν και εγώ έμεινα, για ακόμη μία φορά, με μια ιστορία που δεν γίνεται δεκτή ως εγγύηση στην τράπεζα.

Η ιστορία εκείνη με δίδαξε κάτι που ξεπερνά το διαδίκτυο. Η ελευθερία είναι ίσως το αποτελεσματικότερο προϊόν που κατασκεύασε ποτέ η εξουσία. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι υπακούν μόνο όταν κάποιος τους διατάζει. Στην πραγματικότητα, η ισχυρότερη μορφή ηγεσίας είναι να σχεδιάζεις τον χώρο μέσα στον οποίο οι άλλοι αισθάνονται ελεύθεροι να επιλέξουν. Αυτό κάνει μια αγορά, μια πλατφόρμα, ένα κόμμα, ένα κοινωνικό δίκτυο. Δεν σου λέει πάντοτε τι να κάνεις. Καθορίζει ποιες επιλογές θα εμφανιστούν μπροστά σου και ύστερα σε συγχαίρει για την αυτονομία σου. Το ίδιο ισχύει και με το χρήμα. Μας λένε ότι είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε ανάμεσα στην επιτυχία και στην οικονομική ανταμοιβή, σαν να επρόκειτο για δύο ισότιμους δρόμους. Δεν είναι. Εκείνος που δεν έχει χρήματα δεν επιλέγει πραγματικά. Δέχεται, συμβιβάζεται, καθυστερεί, δουλεύει περισσότερο, παραχωρεί δικαιώματα και βαφτίζει την ανάγκη του «πάθος». Όταν η κοινωνία επαινεί κάποιον επειδή εργάζεται για το όραμα και όχι για τα χρήματα, συνήθως υπάρχει κάποιος άλλος που κερδίζει εξαιρετικά χρήματα από αυτό το όραμα.

Ύστερα ήρθε ο Παναμάς, μια χώρα όπου η πραγματικότητα δεν έχει καμία υποχρέωση να παραμένει πιστευτή. Εκεί βρέθηκα να χειρίζομαι τον ψηφιακό διάλογο γύρω από τη νομισματική, πολιτική και επιχειρηματική ταυτότητα μιας χώρας στην οποία ο πρόεδρος πάτησε ένα κουμπί και και τα δολάρια βασιλιάδων, ολιγαρχών, δισεκατομμυριούχων και ναρκοβαρώνων στα ταμεία των τραπεζών έγιναν σε μια στιγμη Balboa που συνυπήρχε με το δολάριο και η οικονομία έμοιαζε να λειτουργεί ταυτόχρονα ως κράτος, λιμάνι, χρηματοοικονομικός μηχανισμός και παγκόσμιο παρασκήνιο.

Με κυνηγούν οι μπελάδες ή τους κυνηγάω εγώ; Δεν έχω αποφασίσει. Το βέβαιο είναι ότι οι μπελάδες με αναγνωρίζουν από μακριά. Ακολούθησαν πολιτικές συγκρούσεις, διεθνείς αποκαλύψεις, δικαστικές περιπέτειες και τελικά τα Panama Papers. Έτρεχα να καταλάβω τι συνέβαινε με ανθρώπους που μέχρι λίγο πριν έπιναν μαζί μου στο Gatto Negro του Casco Viejo και ξαφνικά ανακάλυπταν ότι τα ονόματα, οι εταιρείες ή οι σχέσεις τους μπορούσαν να γίνουν παγκόσμια είδηση. Και με ρωτούσαν πως θα την γλυτώσουν. Εκεί κατάλαβα ότι το χρήμα δεν αγοράζει ακριβώς ασφάλεια. Αγοράζει καλύτερα καταφύγια, ακριβότερους δικηγόρους σαν τον φίλο μου τον Σάιμον και περισσότερο χρόνο πριν φτάσει η συνέπεια στην πόρτα.

Και όχι, δεν ήμουν ο Έλληνας μυστικοσύμβουλος του Μαρτινέλι. Δεν συμμετείχα στο σκάνδαλο αγοράς Media με κρατικό χρήμα «New Business», ούτε προώθησα τον σημερινό πρόεδρο Μουλίνο όταν ο Μαρτινέλλι δεν μπορούσε να είναι ξανά υποψήφιος. Αν είχα τέτοια δύναμη, θα οδηγούσα Ford Fiesta του 2003; Θα άνοιγα το air condition και θα έσβηνε το αυτοκίνητο στις ανηφόρες; Θα θεωρούσα στρατηγική ρευστότητας το να βάζω είκοσι ευρώ βενζίνη και να παρατηρώ με επιστημονικό ενδιαφέρον πόσες ημέρες θα αντέξουν; Η αντίφαση είναι σχεδόν κωμική. Κάποιοι με φαντάζονταν να μετακινώ εκατομμύρια, κυβερνήσεις και ολιγάρχες, ενώ εγώ προσπαθούσα να υπολογίσω αν το επόμενο τιμολόγιο θα πληρωθεί πριν λήξει η ασφάλεια του αυτοκινήτου. Η εγγύτητα στην εξουσία δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι κατέχεις μέρος της. Δεν κατέχεις τίποτε. Μπορεί να έχεις το τηλέφωνο ενός ισχυρού ανθρώπου και να μην έχεις χρήματα για να αλλάξεις λάστιχα. Η πρόσβαση είναι νόμισμα, αλλά όχι πάντοτε μετατρέψιμο.

Παρόμοιες υποψίες είχαν διατυπωθεί και στην Ελλάδα, όταν μέσω της EYEQ είχα αναλάβει την καμπάνια «Μάθε πού ψηφίζεις», κατά την αντικατάσταση των εκλογικών βιβλιαρίων από τον εκλογικό αριθμό. Επειδή η πρώην σύζυγός μου είχε συγγένεια με πρωτοκλασάτο υπουργό του ΠΑΣΟΚ, κάποιοι θεώρησαν ότι τα δύο γεγονότα δεν μπορούσαν παρά να συνδέονται σε μια μεγαλειώδη συνωμοσία για τις εκλογές του 2000 και την απίστευτη επικράτηση του Κώστα Σιμήτη στην λήγη. Στην Ελλάδα δεν χρειάζονται αποδείξεις. Αρκούν δύο συμπτώσεις, ένας ξάδελφος που «ξέρει από μέσα» και ένας καφές αρκετά δυνατός ώστε να μετατρέψει την υποψία σε ιστορικό τεκμήριο. Δεν συμμετείχα σε αλλαγές βιβλιαρίων παλιννοστούντων ούτε σε εκλογικές μεθοδεύσεις. Όμως η ιστορία αποκαλύπτει κάτι για την επιτυχία: όταν βρεθείς κοντά σε σημαντικά γεγονότα, οι άνθρωποι δυσκολεύονται να δεχθούν ότι μπορεί να βρίσκεσαι εκεί απλώς επειδή εργάστηκες, σκέφτηκες ή έτυχε. Προτιμούν την κρυφή συμφωνία. Ίσως επειδή η συνωμοσία είναι πιο παρήγορη από την πραγματικότητα. Η συνωμοσία υποθέτει ότι κάποιος ελέγχει τα πράγματα. Η πραγματικότητα είναι ότι συχνά κανείς δεν τα ελέγχει.

Και ναι εγώ ήμου που είπα στον Ραφαέλ Μουσέρι ότι οι καλύβες που αποκαλούσε hostel στο Pedasí δεν έπρεπε να αντιμετωπιστούν απλώς ως φθηνά δωμάτια. Μπορούσαν να γίνουν κοινότητα για ταξιδιώτες, δημιουργούς και digital nomads, πριν ο όρος γίνει τουριστική κατηγορία, κοινωνικό στερεότυπο και δικαιολογία για Ευρωπαίους με MacBook να ανεβάζουν φωτογραφίες με καρύδες. Του παρέδωσα τη στρατηγική μιας μάρκας που δεν θα πουλούσε διαμονή, αλλά συμμετοχή. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η αλυσίδα αναπτύχθηκε σε περισσότερα από εκατό ξενοδοχεία σε δεκάδες χώρες. Κι εγώ; Δεν κράτησα μετοχές, δικαιώματα ή ένα ποσοστό ανά δωμάτιο. Η ιδέα ταξίδεψε πρώτη θέση και εγώ έμεινα στην αναμονή, δίπλα στην τουαλέτα. Για χρόνια διηγούμουν αυτή την ιστορία ως απόδειξη επιτυχίας. Ήταν όμως; Ήταν ασφαλώς απόδειξη διορατικότητας. Ίσως και επιρροής. Αλλά ήταν επίσης απόδειξη ότι δεν είχα μάθει το βασικό μάθημα του καπιταλισμού: δεν αρκεί να δημιουργείς αξία. Πρέπει να οργανώνεις και τον τρόπο με τον οποίο μέρος της αξίας επιστρέφει σε εσένα.

Τα Hilton Stories υπήρξαν μια πιο ώριμη εκδοχή της ίδιας σκέψης. Δική μου ιδέα, δική μου υλοποίηση που πούλησα στον Κριστιαν – μην ρωτας ποιος είναι ο Κριστιαν- πίνωντας ρούμι σε μία καντίνα χωρίς οροφή στην Plaza de Francia. Ιστορίες travel bloggers (σημερα του λέμε influencers) που δεν λειτουργούσαν απλώς ως περιεχόμενο, αλλά οδηγούσαν σε πραγματικές κρατήσεις. Πατώντας το κουμπί «book», ένα μικρό ποσοστό της συναλλαγής αποτελούσε αμοιβή της Pitch Advertising Labs Panama, της οποίας ηγούμουν ως υπάλληλος και όχι ιδιοκτητης όπως λέγεται. Ήταν storytelling, performance marketing και ταξιδιωτικό commerce πριν αποκτήσουν ξεχωριστά πάνελ σε συνέδρια και ανθρώπους που χρησιμοποιούν τη λέξη «οικοσύστημα» επτά φορές σε μία παρουσίαση. Εκεί, για λίγο, η επιτυχία και το χρήμα πλησίασαν το ένα το άλλο. Δεν αγκαλιάστηκαν, αλλά τουλάχιστον αντάλλαξαν τηλέφωνα. Κι όμως ούτε τότε χτίστηκε μόνιμη περιουσία. Γιατί η δημιουργία ενός επιτυχημένου μοντέλου και η δημιουργία ενός συστήματος που λειτουργεί χωρίς εσένα είναι διαφορετικές ικανότητες. Εγώ ήμουν καλός στην έκρηξη, στην πρώτη κίνηση, στη στιγμή που όλοι κοιτάζονται και κάποιος πρέπει να πει «έχω μια ιδέα». Ήμουν λιγότερο καλός στη μακρά, ανιαρή και απολύτως αναγκαία διαδικασία να μετατρέπεις την ιδέα σε μηχανισμό επαναλαμβανόμενου πλούτου.

Ίσως εδώ βρίσκεται η πιο δύσκολη παραδοχή. Πολλές φορές δεν κυνηγούσα την επιτυχία. Κυνηγούσα την ένταση. Η κρίση με έκανε να αισθάνομαι αναγκαίος. Η ηρεμία με ανάγκαζε να αναρωτηθώ ποιος είμαι όταν κανείς δεν χρειάζεται επειγόντως να σώσω κάτι. Ήμουν καλύτερος στο να σβήνω φωτιές παρά στο να κατασκευάζω πυροσβεστήρες και να τους πουλάω κάθε μήνα με σταθερό περιθώριο κέρδους. Όταν όλα πήγαιναν στραβά, ήξερα τι να κάνω. Όταν άρχιζαν να πηγαίνουν καλά, βαριόμουν, αμφέβαλλα ή δημιουργούσα, σχεδόν χωρίς να το αντιλαμβάνομαι, την επόμενη κρίση. Ονομάζουμε συχνά «ανθεκτικότητα» την ικανότητά μας να σηκωνόμαστε ξανά. Σπανιότερα ρωτάμε γιατί πέφτουμε τόσο συχνά στο ίδιο σημείο. Η αυτοϋπονόμευση δεν είναι πάντοτε μίσος προς τον εαυτό. Μπορεί να είναι προσήλωση σε μια ταυτότητα. Αν έχεις μάθει ότι είσαι ο άνθρωπος που επιβιώνει από το χάος, τότε η σταθερότητα μοιάζει σχεδόν με εξαφάνιση.

Πριν από τις στρατηγικές, τα ψηφιακά δίκτυα και τους προέδρους, υπήρξα μπάρμαν στη Χερσόνησο. Ο άνθρωπος που κερνούσε στους τουρίστες σφηνάκια sambuca αναμμένα με φωτιά, σε μια περίοδο που η ασφάλεια θεωρούνταν ξενόφερτη μικροαστική εμμονή. Υπήρξα μάνατζερ του θρυλικού ARIA και σκέφτηκα να διοργανώνουμε καλλιστεία, βραδιές διαγωνισμού χορού με έπαθλο σαμπάνιες “πιστας”, και ένα κάρο εξυπνάδων κάθε δύο εβδομάδες, επειδή κάθε δεκαπενθήμερο άλλαζαν οι τουρίστες και το ίδιο θέαμα μπορούσε να πουληθεί ως καινούργιο. Σήμερα θα το ονόμαζαν recurring experiential format με audience renewal. Τότε το λέγαμε «να γεμίσουμε το μαγαζί την Τετάρτη». Πλήρωνα τα ποσοστά των σερβιτόρων με το μάτι, τραβώντας χαρτονομίσματα από τον πάκο του ταμείου τους. Υπήρχε χρήμα, αλλά δεν υπήρχε πλούτος. Υπήρχε τζίρος, αλλά όχι δομή. Υπήρχε επιτυχία κάθε βράδυ και μηδενική συσσώρευση κάθε πρωί. Ίσως αυτή να είναι η πρώτη οικονομική τραγωδία πολλών δημιουργικών ανθρώπων: ξέρουν να παράγουν γεγονότα, όχι να χτίζουν περιουσιακά στοιχεία.

Έχω καθίσει την ίδια ημέρα με τον Φάμπιο, καθηγητή πανεπιστημίου και ειδικό απεσταλμένο του ΟΗΕ, και με τον Ποπάι, τον πρωην αρχιεκτελεστή του Εσκομπάρ. Στο ίδιο τραπέζι. Με τον Κριστιάν – ειπαμε δεν ρωτάμε ποιος είναι ο Κριστιαν- και με τον Μιγκελίτο – αυτόν ρωταμε- αλλά δεν το μάθατε από εμένα. Έχω τσουγκρίσει ποτήρια με Ρώσο ολιγάρχη που αγόρασε το αεροπλάνο του φιλου μου Ορέο, την Νάντια που χτίζει Μετρό σε όλο τον κόσμο και τον Βασίλη Σερέτη καθισμένος σε ένα βρωμικο πεζοδρόμιο του Μεντεγιν. Δεν λέω ότι αυτές οι συναντήσεις με έκαναν σοφότερο. Με έκαναν όμως δυσκολότερο να εντυπωσιαστώ από τίτλους. Ο μορφωμένος άνθρωπος μπορεί να υπηρετεί έναν διεθνή οργανισμό και να είναι δειλός. Ο εγκληματίας μπορεί να μιλά για αφοσίωση και να εννοεί κάθε λέξη. Ο πλούσιος μπορεί να είναι φυλακισμένος από τον φόβο ότι θα χάσει τα χρήματά του. Ο φτωχός μπορεί να είναι φυλακισμένος από την ανάγκη να αποκτήσει χρήματα. Δεν υπάρχει καθαρή ηθική κατηγορία. Η επιτυχία δεν εξαγνίζει και η αποτυχία δεν εξευγενίζει. Αυτή είναι μια δυσάρεστη αλήθεια, γιατί μας στερεί δύο βολικούς μύθους: ότι οι επιτυχημένοι άξιζαν όσα απέκτησαν και ότι οι αποτυχημένοι είναι κατά βάθος ανώτεροι άνθρωποι. Μερικοί πλούσιοι είναι ικανοί. Μερικοί είναι τυχεροί. Μερικοί φτωχοί είναι αδικημένοι. Μερικοί είναι απλώς κακοί διαχειριστές. Και μερικοί, όπως εγώ, υπήρξαν όλα αυτά σε διαφορετικές ημέρες.

Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, με ιστορίες από χώρες, προέδρους, διεθνή σχέδια και ανθρώπους που υποτίθεται ότι κινούσαν τον κόσμο, είναι αλήθεια ότι δούλευα σερβιτόρος στο σουβλατζίδικο του Μόκκα στο Πόρτο Ράφτη. Πηγαινοερχόμουν με το ΚΤΕΛ και, όταν τελείωνα , κοιμόμουν στο παγκάκι της στάσης από τις δύο μέχρι τις έξι το πρωί. Έχω κοιμηθεί σε ξενοδοχεία πέντε αστέρων, σε σπίτια ανθρώπων που τους φυλάν οπλισμένοι δίμετροι γορίλλες, σε αεροδρόμια, σε γραφεία και σε εκείνο το παγκάκι. Το παγκάκι ήταν ίσως το πιο ειλικρινές απ’ όλα. Δεν με αποκαλούσε κύριο Λιάντζουρα, δεν γνώριζε με ποιους είχα φάει το προηγούμενο βράδυ και δεν ενδιαφερόταν για το βιογραφικό μου. Έλεγε μόνο: εδώ βρίσκεσαι τώρα. Η επιτυχία έχει την τάση να αφηγείται το παρελθόν σαν να οδηγούσε αναπόφευκτα προς τα πάνω. Δεν οδηγεί. Η ζωή δεν είναι σκάλα. Είναι ασανσέρ με χαλασμένο πίνακα, που σε αφήνει σε ορόφους τους οποίους δεν επέλεξες και μερικές φορές ανοίγει την πόρτα ανάμεσα στους ορόφους.

Για τον πρωτότοκο γιο ενός μπογιατζή και μιας καθαρίστριας, το κυνήγι της επιτυχίας δεν πήγε άσχημα. Έβγαλα το δημοτικό πηγαινοερχόμενος ανάμεσα στην Κρήτη και στη Θράκη, με έναν δάσκαλο να σκέφτεται να με αφήσει στην ίδια τάξη επειδή δεν καταλάβαινε την προφορά μου. Αργότερα μίλησα σε ανθρώπους που αποφάσιζαν για επιχειρήσεις, αγορές και πολιτικές στρατηγικές. Βρέθηκα σε δωμάτια στα οποία, με βάση την κοινωνική αφετηρία μου, δεν υπήρχε κανένας λόγος να βρίσκομαι. Αυτή η απόσταση είναι πραγματική επιτυχία. Θα ήταν ψέμα και αχαριστία να την υποτιμήσω επειδή δεν μετατράπηκε σε περιουσία. Όμως θα ήταν εξίσου ψεύτικο να προσποιηθώ ότι η διαδρομή αρκεί. Η καταγωγή από τη φτώχεια δεν κάνει τη φτώχεια αρετή. Η στέρηση δεν είναι πνευματική άσκηση. Δεν σε κάνει αναγκαστικά καλύτερο. Σε κάνει συχνά πιο φοβισμένο, πιο κουρασμένο και περισσότερο πρόθυμο να δεχθείς κακούς όρους επειδή φοβάσαι ότι η ευκαιρία δεν θα ξανάρθει.

Εδώ ίσως κρύβεται η βαθύτερη αιτία για την οποία η επιτυχία και το χρήμα δεν πήγαν στη ζωή μου πακέτο. Οι άνθρωποι που γεννιούνται χωρίς κεφάλαιο μαθαίνουν να αποδεικνύουν την αξία τους, όχι να την τιμολογούν. Μαθαίνουν να είναι ευγνώμονες που τους άνοιξαν την πόρτα, ακόμη και όταν εκείνοι σχεδιάζουν ολόκληρο το κτίριο. Φοβούνται ότι αν ζητήσουν ποσοστό, ιδιοκτησία ή ισχυρό συμβόλαιο θα θεωρηθούν άπληστοι. Θέλουν να δείξουν ότι δεν το κάνουν για τα λεφτά, γιατί κάπου μέσα τους το χρήμα εξακολουθεί να φέρει το ηθικό στίγμα του ανθρώπου που πρόδωσε την τάξη από την οποία προέρχεται. Έτσι, γίνονται γενναιόδωροι με τις ιδέες και δειλοί με τα τιμολόγια. Προσφέρουν στρατηγική σαν απόδειξη φιλίας, εργάζονται περισσότερο απ’ όσο συμφώνησαν και ελπίζουν ότι η αναγνώριση θα μετατραπεί κάποτε από μόνη της σε δικαιοσύνη. Δεν μετατρέπεται. Η αγορά δεν διαθέτει συνείδηση. Αν της χαρίσεις κάτι, δεν θα ντραπεί. Θα το εγγράψει ως καλό περιθώριο κέρδους.

Υπάρχει, βέβαια, και η προσωπική ευθύνη. Είναι εύκολο να κατηγορήσω τους επιχειρηματίες που πήραν τις ιδέες, τους συνεργάτες που δεν τήρησαν υποσχέσεις, τους ανθρώπους που διέθεταν περισσότερα χρήματα, καλύτερους δικηγόρους ή λιγότερες αναστολές. Και ασφαλώς υπήρξαν τέτοιοι άνθρωποι. Όμως η πλήρης αλήθεια είναι σκληρότερη. Πολλές φορές εγώ δεν ζήτησα όσα έπρεπε. Δεν έβαλα τους όρους στο χαρτί. Προτίμησα τη χειραψία επειδή ήθελα να πιστεύω ότι οι σχέσεις είναι ανώτερες από τα συμβόλαια. Δέχθηκα το «είμαστε οικογένεια», μια φράση που στην επαγγελματική ζωή συνήθως σημαίνει ότι κάποιος ετοιμάζεται να σου ζητήσει να εργαστείς δωρεάν. Δεν κράτησα μετοχές όταν έπρεπε, δεν κατοχύρωσα δικαιώματα, δεν απαίτησα συμμετοχή στην υπεραξία. Δεν υπήρξα μόνο θύμα μιας άδικης αγοράς. Υπήρξα συνεργός στη δική μου οικονομική εξαφάνιση. Και αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην εξομολόγηση και στην αυτομυθολογία: στην πρώτη, ο αφηγητής δεν παίρνει πάντοτε αθωωτική απόφαση.

Μετανιώνω; Βεβαίως. Η δήλωση «δεν μετανιώνω για τίποτε» είναι συνήθως είτε ανοησία είτε δημόσιες σχέσεις. Μετανιώνω που δεν ζήτησα μετοχές αντί για εφάπαξ αμοιβές, ποσοστά αντί για φιλοφρονήσεις, δικαιώματα αντί για υποσχέσεις. Μετανιώνω που μπέρδεψα την αγάπη για τη δημιουργία με την περιφρόνηση προς την οικονομική ανταμοιβή. Μετανιώνω που πίστεψα ότι το να ζητάς χρήματα μειώνει την καθαρότητα μιας ιδέας. Δεν τη μειώνει. Η δίκαιη αμοιβή προστατεύει την ιδέα, επειδή επιτρέπει στον δημιουργό της να συνεχίσει να υπάρχει. Το χρήμα δεν είναι μόνο κατανάλωση. Είναι χρόνος. Είναι δυνατότητα άρνησης. Είναι η ελευθερία να απομακρυνθείς από έναν κακό πελάτη, μια κακοποιητική συνεργασία ή μια συμφωνία που σε ακρωτηριάζει. Οι φτωχοί δεν έχουν λιγότερο χαρακτήρα. Έχουν λιγότερες επιλογές. Και όποιος εξιδανικεύει την οικονομική ανασφάλεια δεν έχει κοιτάξει ποτέ το υπόλοιπο ενός λογαριασμού περιμένοντας να αποφασίσει για λογαριασμό του.

Σήμερα εξακολουθώ να εργάζομαι πάνω σε στρατηγικές για επιχειρήσεις, πολυεθνικούς ομίλους, πολιτικά πρόσωπα και κόμματα, αρκετές από τις οποίες δεν μπορούν ακόμη να ανακοινωθούν. Εξακολουθώ να βλέπω δυνατότητες εκεί όπου άλλοι βλέπουν αδιέξοδο και να ενώνω κουκκίδες πριν οι κουκκίδες καταλάβουν ότι ανήκουν στο ίδιο σχέδιο. Δεν έχω θεραπευτεί από την ανάγκη να μπαίνω σε δύσκολα δωμάτια μιλώντας πεζοδρομιακά σε γιαλιστερα κολλάρα και comme il faut 30ρες brand managers που κοκκινίζουν όταν ακούν την λέξη μαλάκας. Και που αναρωτιούντε πως μπήκα στο δωμάτιο. Google it.

Ούτε από την έλξη προς ιδέες που οι λογικοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν ως περιττό κίνδυνο. Προσπαθώ, όμως, να μάθω κάτι που το παιδί με τη μαθητική εφημερίδα δεν μπορούσε ακόμη να γνωρίζει: η δημιουργία αξίας και η κατοχή αξίας είναι δύο διαφορετικές πράξεις. Η πρώτη απαιτεί φαντασία. Η δεύτερη απαιτεί πειθαρχία, όρια, συμβόλαια και τη δύναμη να αντέξεις όταν κάποιος σε αποκαλέσει δύσκολο επειδή δεν δέχεσαι πια να δουλεύεις για την υπόσχεση μιας μελλοντικής ευγνωμοσύνης. Η ευγνωμοσύνη είναι θαυμάσιο συναίσθημα. Ως μέσο πληρωμής, όμως, έχει εξαιρετικά περιορισμένη κυκλοφορία.

Άρα, χρήμα ή επιτυχία; Η ίδια η ερώτηση είναι παγίδα. Μας καλεί να διαλέξουμε ανάμεσα σε δύο πράγματα που δεν θα έπρεπε να βρίσκονται σε πόλεμο. Η επιτυχία χωρίς χρήμα μπορεί να είναι γνήσια, αλλά όταν επαναλαμβάνεται διαρκώς κινδυνεύει να γίνει ηθικό άλλοθι για την εκμετάλλευση ή ρομαντική περιγραφή κακής διαχείρισης. Το χρήμα χωρίς επιτυχία μπορεί να προσφέρει άνεση, αλλά δεν προσφέρει κατ’ ανάγκη νόημα, ελευθερία από τον φόβο ή συμφιλίωση με τον εαυτό. Το ζητούμενο δεν είναι να λατρεύσεις το ένα και να περιφρονήσεις το άλλο. Είναι να δημιουργήσεις κάτι που αξίζει και να μη ντραπείς να κρατήσεις δίκαιο μέρος της αξίας του. Να μπορείς να κοιτάξεις τη διαδρομή σου χωρίς να τη μειώνεις επειδή δεν έγινε περιουσία, αλλά και χωρίς να μετατρέπεις την οικονομική σου αποτυχία σε παράσημο πνευματικής ανωτερότητας. Η φτώχεια δεν είναι απόδειξη ακεραιότητας. Ο πλούτος δεν είναι απόδειξη επιτυχίας. Και οι ιστορίες, όσο συναρπαστικές κι αν είναι, δεν πληρώνουν το ηλεκτρικό.

Ίσως τελικά η μεγαλύτερη επιτυχία της ζωής μου να μην είναι ότι βρέθηκα νωρίς μπροστά σε τεχνολογίες, πολιτικές καταιγίδες, νέες αγορές και παράξενους ανθρώπους. Ίσως είναι ότι, ύστερα από τόσα χρόνια, μπορώ να κοιτάξω τη διαδρομή χωρίς να την παρουσιάζω ούτε ως θρίαμβο ούτε ως αδικία. Ήμουν διορατικός και αφελής. Γενναίος και απερίσκεπτος. Δημιουργικός και οικονομικά ανεύθυνος. Βρέθηκα μπροστά από την εποχή μου και αρκετές φορές πίσω από τις υποχρεώσεις μου. Βοήθησα άλλους να αποκτήσουν πράγματα που εγώ δεν φρόντισα να αποκτήσω. Αυτό δεν με κάνει αποτυχημένο. Δεν με κάνει όμως και αθώο. Με κάνει άνθρωπο που έμαθε αργά ότι η επιτυχία δεν ολοκληρώνεται όταν η ιδέα πραγματοποιείται. Ολοκληρώνεται όταν η αξία που δημιούργησες σου επιτρέπει να συνεχίσεις να δημιουργείς χωρίς να εξαρτάσαι από τη γενναιοδωρία εκείνων που ωφελήθηκαν από εσένα.

Το επόμενο στοίχημα, λοιπόν, δεν είναι να αποδείξω ότι μπορώ ακόμη να έχω ιδέες. Αυτό το απέδειξα, ίσως περισσότερες φορές απ’ όσες ήταν υγιές. Δεν είναι ούτε να διηγηθώ καλύτερα το παρελθόν, μετατρέποντας τις αποτυχίες σε μύθο και τις κακές συμφωνίες σε ποιητικές περιπέτειες. Το επόμενο στοίχημα είναι να βρίσκομαι όχι μόνο στην αρχή, όταν γεννιέται η ιδέα, ούτε μόνο στη μέση, όταν όλοι τρέχουν πανικόβλητοι και χρειάζονται κάποιον να δείξει δρόμο. Είναι να βρίσκομαι και στο τέλος. Όταν το σύστημα έχει στηθεί, η αξία έχει παραχθεί και έρχεται η ώρα να μοιραστεί. Να μη φύγω πάλι λίγο πριν κλείσει το ταμείο. Να μην αρκεστώ στη συγκίνηση ότι κάποτε ήμουν εκεί. Να κρατήσω αυτή τη φορά το κλειδί. Όχι από απληστία. Από δικαιοσύνη. Και ίσως, επιτέλους, από σεβασμό προς εκείνο το παιδί που έβαλε διαφημίσεις στη μαθητική εφημερίδα, πλήρωσε την εκδρομή των συμμαθητών του και έχασε την προεδρία επειδή έβαλε μέσα και το δικό του εισιτήριο. Εκείνο το παιδί είχε ήδη καταλάβει πώς δημιουργείται η αξία. Απλώς δεν είχε μάθει ακόμη πώς μοιράζεται.

Τέλος αρχειακού αντιγράφουΤο πρωτότυπο παραμένει η επίσημη έκδοση αναφοράς.Μετάβαση στην αρχική πηγή ↗