Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας που δεν ξέρει αν γράφει για δελτίο ειδήσεων ή για πολεμικό ανακοινωθέν

Χτες το βράδυ, ενώ κάποιοι άνοιγαν δεύτερο μπουκάλι λευκό κρασί σε μια βεράντα με θέα το ηλιοβασίλεμα, άλλοι άνοιγαν λάστιχα και πόρτες αυτοκινήτων για να δραπετεύσουν από την κόλαση. Η Κερατέα ξανά στο δελτίο, λες και είναι μόνιμο στέκι της φωτιάς. Σπίτια που κάποτε ήταν όνειρα, τώρα είναι αποκαΐδια που τρίζουν ακόμα.

Οι άνεμοι; Σαν μεθυσμένοι γκρεμίζουν και πυρπολούν, αγνοώντας διατάγματα, σχέδια εκκένωσης και ευχές υπουργών. Στην Αρχαία Ολυμπία, εκεί όπου πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια ανάβανε η φλόγα για την ειρήνη, σήμερα ανάβει η φλόγα της ειρωνείας. Στη Μήλο, οι τουρίστες ψάχνουν θέσεις σε καΐκια που ποτέ δεν θα σαλπάρουν, και δύο ξένοι χάθηκαν στη θάλασσα – όχι από άγνοια κολύμβησης, αλλά από την οργή του καιρού.

Και κάπου στην Αθήνα, οι ανεμιστήρες κάνουν τον ήχο ελικοπτέρου Canadair, αλλά είναι μόνο για να διώξουν τη μυρωδιά του καμένου που κολλάει στο δέρμα. Όλοι λένε ότι «κάτι πρέπει να γίνει», αλλά στην Ελλάδα η φράση αυτή είναι ο εθνικός μας τρόπος να πούμε «τίποτα δεν θα γίνει».

Η χώρα ζει το ίδιο έργο κάθε καλοκαίρι:Οι φωτιές έρχονται, οι ευθύνες καίγονται, και στο τέλος μένει μόνο η στάχτη και η ανακοίνωση του Υπουργείου για «την καλύτερη αντιπυρική προετοιμασία όλων των εποχών».

Κι αν νομίζετε ότι υπερβάλλω, βγείτε απόψε το βράδυ στο μπαλκόνι. Σηκώστε το βλέμμα στον ουρανό. Δεν είναι πορτοκαλί επειδή έχουμε ρομαντικό ηλιοβασίλεμα — είναι γιατί η Ελλάδα καίγεται αργά, αλλά σταθερά.