Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας

Το καλοκαίρι του 2016 με πέταξε η δουλειά στον Λαγανά. Ζάκυνθος, ήλιος, άγγλοι ξενύχτηδες και η αίσθηση πως βρίσκεσαι σε κάποιο παράλληλο σύμπαν όπου η μπύρα αντικαθιστά το οξυγόνο.

Κάπου εκεί, μέσα στον χαμό της καλοκαιρινής κρεπάλης, μπήκα σε ένα μπαρ – “Μέδουσα” λεγόταν νομίζω, ή κάτι το ίδιο μυσταγωγικό και αλκοολούχο. Και τότε τον είδα: δυο μέτρα παλικάρι πίσω απ’ το μπαρ, μαύρος, στιβαρός, με το shaker να χορεύει στα χέρια του σαν Ζορμπάς με hangover.Υπέθεσα αμέσως το αυτονόητο – Άγγλος, καλοκαιρινή σεζόν, ήρθε για το μεροκάματο και το δράμα των εφήμερων διακοπών.

Κι έρχεται, σκύβει πάνω από τον πάγκο και με ρωτάει με άπταιστα ελληνικά:— Τι να σου φτιάξω φίλε;

Κόκαλο.Έμεινα να τον κοιτάω σαν τον Νίκο Αλέφαντο όταν άκουγε για tiki-taka.

— Από πού είσαι; τον ρωτάω.Και με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, γεμάτο ήλιο και λεβεντιά, μου λέει:— Ναι ρε συ, Έλληνας. Εδώ γεννήθηκα. Οι γονείς μου από Γκάνα.

Αυτό ήταν. Ξεμπλοκαρίστηκε το μυαλό μου. Ο τύπος ήταν πιο Έλληνας από μένα τον ίδιο.Με τον Γιώργο δεν έχει άλλο όνομα- όπως και ο Γιάννης Αντεντοκούμπο – στην πορεία γίναμε φιλαράκια. Ξέρεις, απ’ αυτά τα φιλαράκια που λες “πάμε για μια μπύρα” και καταλήγετε να μιλάτε για παστίτσιο, μεταναστευτική πολιτική και Παναθηναϊκός του ’96.

Και άρχισαν να ξυπνάνε μέσα μου όλες οι άλλες ιστορίες.Η ξαδέρφη μου η Ευρυδίκη, παντρεμένη με τον Τραγκοχρήστο (ναι, υπάρχει τέτοιο όνομα – Κρήτη είναι). Μιλάει κρητικά πιο πειστικά κι απ’ τον Ψαραντώνη. Ολλανδέζα είναι και μάλιστα Μιγάδα, μη γελιέσαι. Ή μάλλον… ήταν.

Η Μπιμπί Γαλλίδα, που ζει στο χωριό μου στις Μάκρες και έχει μάθει να βρίζει μέχρι και τα πρόβατα στα κρητικά.

Τα παιδιά των Αλβανών στο σχολείο της κόρης μου, που δεν ξέρουν άλλη γλώσσα πέρα από τη δική μας. Που τραγουδούν Σάκη Ρουβά και κοροϊδεύουν με προφορά Λιακόπουλου.

Ή η εικόνα με τον Γιάννη Αντεντοκούμπο τυλιγμένο με την Ελληνική Σημαία και όλο το γήπεδο να φωνάζει Greek Freak! Δηλαδή συγνώμη, ποιος σε κάνει πιο περήφανο σαν Έλληνα; Ο Μητσοτάκης στο Κογκρέσο να λέει αρλούμπες ή αυτός καρφώνοντας την μπάλα στο καλάθι;

Και τότε κατάλαβα κάτι.Η Ελλάδα δεν είναι φρούριο. Είναι χώμα που δέχεται σπόρους απ’ όπου κι αν φυσάει ο άνεμος. Από την εποχή της Αρχαίας Αθήνας που οι “μέτοικοι” έδιναν πνοή στο εμπόριο και την τέχνη, μέχρι το σήμερα, που η φράση του Ισοκράτη γίνεται πιο επίκαιρη από ποτέ:

«Έλληνες είναι όσοι μετέχουν της ελληνικής παιδείας».

«Έλληνες είναι όσοι μετέχουν της ελληνικής παιδείας».

Η Ελλάδα έχει το χάρισμα να σε ρουφάει, όχι να σε σπρώχνει. Να σου δίνει τις λέξεις, τα τραγούδια, τη φασολάδα και τον καημό, και μετά να σου λέει: αν μπορείς να αντέξεις όλα αυτά, τότε δικός μας είσαι.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, ο μπάρμαν στον Λαγανά δεν μου έμαθε πώς γίνεται σωστά ένα mojito. Μου έμαθε τι σημαίνει να είσαι Έλληνας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξεις σε κανέναν.

«Ναι ρε συ, Έλληνας. Εδώ γεννήθηκα.»Αυτό δεν είναι δήλωση. Είναι δικαίωμα.

«Ναι ρε συ, Έλληνας. Εδώ γεννήθηκα.»Αυτό δεν είναι δήλωση. Είναι δικαίωμα.

Γεια σου ρε Γιώργο George Shardow! Χαθήκαμε!