Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας, απ’ το πεζοδρόμιο της Ιστορίας
Είναι μεσημέρι στην Πλατεία Συντάγματος και έχει δροσιά που σε κρυώνει. Στον αέρα λιώνουν τα ψέματα και ξεραίνονται οι δικαιολογίες. Λιώνουν κι οι λέξεις των υπουργών, σπάνε σαν φτηνά γυαλιά ηλίου made in nowhere.
Κάτω απ’ τη Βουλή, σε ένα παγκάκι ντυμένο με οργή και αξιοπρέπεια, κάθεται ένας άνθρωπος που δεν έπρεπε ποτέ να γίνει ήρωας. Ο Πάνος Ρούτσι. Πατέρας. Πατέρας του Ντένι. Πατέρας ενός παιδιού που ταξίδεψε με τρένο για να φτάσει στα όνειρά του – και δεν έφτασε ποτέ.
Αυτό που έφτασε ήταν το φέρετρο.
Από τότε, ο Πάνος δεν ζει. Αναπνέει οργή. Τρώει αδικία. Πίνει ψέμα και κοιμάται σε ένα χαρτόκουτο που γράφει «Δικαιοσύνη».
Κάνει απεργία πείνας.
Όχι για να τραβήξει τα φώτα. Όχι για να γίνει πρωτοσέλιδο. Αλλά γιατί το σώμα του είναι το τελευταίο όπλο που του απέμεινε σ’ έναν κόσμο που του στέρησε το παιδί του και τώρα του αρνείται ακόμα και την αλήθεια.
Δεν του φτάνει το «συγγνώμη». Θέλει να ξέρει πώς πέθανε ο γιος του.
Ο Πάνος ζητάει εκταφή. Όχι από τρέλα, ούτε από άρνηση. Από αγάπη και χρέος. Ζητάει να γίνει ταυτοποίηση DNA, ναι – αλλά κυρίως τοξικολογικές εξετάσεις. Θέλει να μάθει τι υπήρχε μέσα στο σώμα του Ντένι όταν τον έθαψαν. Αν ήταν ο δικός του γιος. Αν έζησε λίγο μετά τη σύγκρουση. Αν του έδωσαν κάτι. Αν του στέρησαν κάτι.
Η Πολιτεία του λέει «μόνο DNA». Σαν να του πετάει ένα ξεροκόμματο στοιχειώδους ευπρέπειας, ενώ του ζητάει να σκάσει.
Και να πεθάνει.
Γιατί ναι – με κάθε μέρα που περνάει χωρίς τροφή, ο Πάνος Ρούτσι δεν κάνει διαμαρτυρία. Κάνει θυσία. Τη θυσία που δεν έκανε ποτέ το κράτος. Το ίδιο κράτος που έθαψε 57 ψυχές κάτω από σωρούς από σίδερα, πρωτοκολλά, εργολάβους και πολιτικούς λόγους.
«Δεν είμαι ήρωας. Είμαι πατέρας», λέει.
Μα αυτή είναι η μεγαλύτερη ηρωική φράση που έχει ακουστεί έξω από τη Βουλή. Γιατί ο Πάνος δεν ζητάει 15 λεπτά δημοσιότητας. Ζητάει 5 λεπτά αλήθειας.
Και του τα αρνούνται.
Γιατί; Γιατί φοβούνται τι θα φανεί άμα ανοίξει το κουτί. Όχι το κουτί της Πανδώρας – το φέρετρο του Ντένι. Αν ήταν άλλος λαός, αν ήταν άλλη κυβέρνηση, αν είχαμε άλλη σχέση με την αλήθεια, θα είχε ήδη γίνει το αυτονόητο.
Αλλά εδώ η αλήθεια περνάει από φίλτρο πολιτικού κόστους. Από διαδρόμους εξουσίας. Από συμβούλους επικοινωνίας.
Και τελικά, από το στομάχι ενός πατέρα που μένει άδειο για να γεμίσει δικαιοσύνη.
Ο Πάνος δεν ζητά εκδίκηση. Ζητάει έλεγχο.
Όχι μόνο για τον Ντένι, αλλά για όλους τους Ντένι που χάθηκαν στα Τέμπη και συνεχίζουν να χάνονται κάθε μέρα σε μια χώρα που σκοτώνει τα παιδιά της και παρηγορεί τους γονείς τους με δηλώσεις.
Μαζί του στέκονται κι άλλοι. Γονείς, φίλοι, περαστικοί που κοντοστέκονται με τα ψώνια στο χέρι και την ενοχή στα μάτια. Άνθρωποι που δεν ξέρουν τι να πουν. Που αναρωτιούνται τι θα έκαναν αν ήταν το δικό τους παιδί. Αν είχαν θάψει λάθος άνθρωπο. Αν τους έλεγαν «μην κάνεις ερωτήσεις».
Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος, δεν φωνάζει. Δεν ορμάει σε κάμερες. Δεν βρίζει. Απλώς μένει εκεί. Όσο περνάει ο καιρός, γίνεται σύμβολο.
Και τα σύμβολα δεν έχουν ανάγκη από λεζάντες. Μιλάνε μόνα τους.
Δεν ζητά πολλά. Ζητά να βγει η αλήθεια στο φως.
Τοξικολογικές. Χημικές. Ανάλυση. Δεύτερη γνώμη. Ο,τιδήποτε μπορεί να απαντήσει στην πιο απλή, την πιο φριχτή ερώτηση:«Πώς πέθανε το παιδί μου;»
Αλλά σ’ αυτή τη χώρα, το πιο δύσκολο πράγμα είναι να πεις την αλήθεια σε έναν πατέρα. Γιατί αν του την πεις, θα πρέπει να την πεις και στους υπόλοιπους.Κι αν την πεις σ’ όλους, τότε κάποιος θα πρέπει να πληρώσει.
Και το κράτος μας δεν αγαπά την αλήθεια. Την διαχειρίζεται.
Διαχειρίζεται το συναίσθημα. Το πένθος. Τη φωνή. Το κλάμα. Το κορμί του Πάνου που σβήνει. Και προσπαθεί να πνίξει το σύμβολο στο φως της ημέρας.
Αλλά ο Πάνος μένει.
Και κάθε μέρα που περνάει, αυξάνει η ντροπή μας.
Το αίτημα του Πάνου δεν είναι προσωπικό. Είναι εθνικό.
Δεν ζητά χάρη. Ζητά δικαίωμα. Το δικαίωμα να μάθει πώς πέθανε ο γιος του. Το δικαίωμα να θάψει ένα παιδί με όλη την αλήθεια, όχι με μισές διαγνώσεις και σιωπηλά πρωτόκολλα.
Το δικαίωμα να πενθήσει χωρίς να φοβάται ότι κάτι κρύβουν.
Αυτό το άρθρο δεν γράφεται για να κλείσει. Γράφεται για να ανοίξει.
Να ανοίξει τις συνειδήσεις. Τους φακέλους. Τα μάτια των δικαστών. Τα μικρόφωνα των δημοσιογράφων. Τις πόρτες της Βουλής. Τα πορτοφόλια των εργολάβων. Και το στόμα της Πολιτείας.
Γιατί όσο ο Πάνος συνεχίζει, δεν έχουμε δικαίωμα να σωπαίνουμε.
Κι αν πεθάνει εκεί, τότε θα έχουμε όλοι αίμα στο στόμα.
Μείνε, Πάνο. Για όλους εμάς που δεν αντέχουμε άλλο να φεύγουμε.

