Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας που μπαίνει απ’ την πίσω πόρτα της Βουλής και καπνίζει με τους οδηγούς των υπουργών

Δεν έχει ειπωθεί ακόμα. Δεν έχει ανακοινωθεί. Δεν υπάρχει καμία επίσημη δήλωση. Και όμως, το νιώθεις να κυλά στον καφέ σου, το βλέπεις στις ρυτίδες των βουλευτών και το διαβάζεις ανάμεσα στις γραμμές των non-paper: εκλογές έρχονται.

Ίσως όχι αύριο. Ίσως ούτε τον Οκτώβρη. Αλλά το νερό έχει ήδη μπει στο αυλάκι. Και όχι από κάποια θεσμική ανάγκη ή εθνική επιταγή. Όχι. Από εκείνον τον παλιό, βρώμικο φόβο: τον φόβο της πτώσης.

Η Νέα Δημοκρατία τρίζει. Όχι από κατακραυγή – ακόμα αντέχει. Αλλά από τη σιωπηλή αιμορραγία που λέγεται δημοσκοπική φθορά. Το 41% του 2023 είναι τώρα ένα μακρινό, θολό καλοκαίρι. Σήμερα, οι αριθμοί λένε 24, άντε 25%. Και ο μόνος που δεν ιδρώνει στο Μαξίμου είναι ο φούρνος που ψήνει τα κουλουράκια για τα πρωινά των συμβούλων.

Πού πας με 25%, Κυριάκο;

Ο Μητσοτάκης βγαίνει, μιλά, διαψεύδει. «Δεν υπάρχει λόγος αλλαγής του εκλογικού νόμου». Μα μέσα στο Μαξίμου τα meetings είναι αλλεπάλληλα. Ο εκλογικός νόμος ξεσκίζεται στο Photoshop. Μπόνους εδρών χωρίς όριο, αλλαγή στο 3% του ορίου εισόδου, ίσως να το κάνουν 5% — καθάρισε τους μικρούς και μάζεψε την πίτα. Όλα αυτά, με το αθώο βλέμμα της θεσμικής ευθύνης.

Και κάπου εκεί, ανάμεσα στους πίνακες Excel και τις ανοιγμένες γραβάτες, γεννιέται το πιο γλοιώδες επικοινωνιακό τέχνασμα: να πας σε εκλογές λέγοντας ότι το κάνεις για το καλό της χώρας. Για τη «σταθερότητα». Για τον «λαό». Μα ο λαός δεν είναι πια εκεί. Δεν είναι καν θυμωμένος. Είναι κουρασμένος. Και όταν ο λαός κουράζεται, δεν φωνάζει – τιμωρεί.

Η ΔΕΘ δεν θα είναι ομιλία. Θα είναι καρδιογράφημα.

Το βράδυ εκείνο, με τα φώτα πάνω στον πρωθυπουργό και τη χώρα να μυρίζει σαν καλοκαιρινό ψάρι που έμεινε στον ήλιο, ο Μητσοτάκης θα επιχειρήσει να αλλάξει το σενάριο. Ό,τι κι αν πει, θα το πει για να αλλάξει κλίμα. Θα μιλήσει για μεταρρυθμίσεις, επενδύσεις, διεθνή απήχηση. Αλλά το κοινό δεν θα ακούει αυτά. Θα ακούει το υπονοούμενο: πάμε για κάλπες;

Και όποιος πιστεύει πως αυτές οι εκλογές – αν γίνουν – θα είναι απλώς μια πολιτική αναμέτρηση, είναι γελασμένος. Θα είναι μια μάχη αφηγημάτων. Μια σύγκρουση: από τη μια, η εικόνα μιας κυβέρνησης που δηλώνει “υπεύθυνη” και “αναγκαία”. Από την άλλη, ο ψίθυρος της κοινωνίας που λέει “αρκετά”.

Επικοινωνία, το τελευταίο καταφύγιο των έντρομων ηγετών

Ο Κυριάκος δεν πάει σε εκλογές επειδή το ζητούν οι συνθήκες. Πάει – αν πάει – γιατί το επικοινωνιακό του αφήγημα τελειώνει. Δεν μπορεί άλλο να εξηγεί σκάνδαλα με PowerPoint, δεν μπορεί να κουκουλώνει διαρροές με κοινωνικά μέτρα. Και δεν μπορεί να ζητήσει άλλη ανοχή, γιατί την έχει ήδη εξαντλήσει.

Στην πραγματικότητα, ένας πρωθυπουργός σκέφτεται πρόωρες εκλογές όταν δεν μπορεί πια να διαχειριστεί το παρόν του. Τότε τις πλασάρει σαν «λύση», ενώ είναι απλώς απόδραση.

Αν αλλάξει τον εκλογικό νόμο, θα το πει “θεσμική θωράκιση”. Αν δεν τον αλλάξει, θα μιλήσει για “σεβασμό στους πολίτες”. Όποια πόρτα κι αν διαλέξει, ο στόχος είναι ίδιος: να διατηρήσει τον έλεγχο της αφήγησης. Ακόμα κι αν όλα γύρω του καίγονται.

Το φάντασμα του Αντώνη και η σκιά του Αλέξη

Κάπου στο βάθος, ο Σαμαράς τρίβει τα χέρια του και ο Τσίπρας φαντάζεται επιστροφή. Όχι απαραίτητα στην εξουσία – αλλά στην ισχύ. Γιατί αν ο Κυριάκος φάει το στραπάτσο που μυρίζεται, τότε ξανανοίγει το παιχνίδι. Και η μπάλα πάει σε γήπεδο που ξέρουν καλύτερα οι άλλοι: το γήπεδο της πολιτικής επιβίωσης χωρίς πλειοψηφία.

Είναι η επικοινωνία, ηλίθιε.

Τελικά, δεν έχει σημασία ποιος φταίει, ποιος διαρρέει, ποιος λέει την αλήθεια. Σημασία έχει ποιος κρατά το μικρόφωνο όταν ξεκινήσει το τραγούδι. Και προς το παρόν, το κρατάει ακόμα ο Μητσοτάκης. Αλλά η μουσική έχει αλλάξει ρυθμό. Κι αυτός χορεύει ήδη λίγο αμήχανα.

Οι εκλογές – αν έρθουν – δεν θα είναι επιλογή. Θα είναι συμπέρασμα. Και το αφήγημα που θα κερδίσει, δεν θα είναι το πιο σωστό. Θα είναι το πιο πειστικό. Όπως πάντα στην πολιτική. Όπως πάντα στην Ελλάδα.