Γραφει ο Άκης Λιάντζουρας
Όταν ένας βουλευτής ζητά ο ίδιος την άρση της ασυλίας του για να αντιμετωπίσει τον φασισμό στα δικαστήρια, δεν έχουμε ένα ακόμη επεισόδιο πολιτικής. Έχουμε έναν άνθρωπο σε πόλεμο. Και η Δημοκρατία του χρωστά.
Είναι κάποιοι άνθρωποι που όταν χτυπά η καμπάνα της Ιστορίας, δεν σκύβουν. Τεντώνονται. Αντιμετωπίζουν το βλέμμα του κτήνους με το δικό τους καθαρό μέτωπο. Κι αν δεν τους βολεύει η σκιά του αξιώματός τους, την πετάνε. Στέκονται γυμνοί — μπροστά στον Νόμο, μπροστά στον Λαό, μπροστά στο Τέρας.
Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι ο Βασίλης Γραμμένος.
Ένα μεσημέρι του Απρίλη, μέσα στη βαριά, σχεδόν αποπνικτική αίθουσα του Κοινοβουλίου, εκεί όπου η Δημοκρατία παίζει ρωσική ρουλέτα με τα νεύρα της, ξέσπασε ένας ακόμη καβγάς. Αλλά δεν ήταν απλώς ένας καβγάς. Ήταν μια επίθεση. Ωμή. Απρόκλητη. Στοχευμένη. Από έναν πολιτικό εκφραστή του εγκλήματος και του ναζισμού, έναν άνθρωπο που κουβαλά στην τσάντα του όχι χαρτιά και νόμους, αλλά ντοσιέ από την εποχή του Γκέμπελς και κουλτούρα καφενείου χρυσαυγίτικου.
Ο εκπρόσωπος του Ηλία Κασιδιάρη, του καταδικασμένου για εγκληματική οργάνωση, τόλμησε να υψώσει φωνή, λόγο και βία — μέσα στη Βουλή, απέναντι στον Γραμμένο.
Κι ο Γραμμένος δεν μάσησε.
Δεν κρύφτηκε. Δεν κάλεσε τα “παιδιά της φρουράς”. Δεν έκανε πως δεν έγινε τίποτα, όπως συνηθίζουν τόσοι και τόσοι της Βουλής που παίζουν το χαρτί του καθωσπρεπισμού ενώ η Δημοκρατία πνίγεται στο ίδιο της το αίμα.
Ο Γραμμένος αντέδρασε ως άνθρωπος. Ως βουλευτής, ως πολίτης, ως Δημοκράτης. Όχι με ρομφαίες, όχι με φωνές. Αλλά με στάση. Με πλάτη ίσια και με λέξεις που δεν ζητούν έγκριση από κανέναν επικοινωνιολόγο. Και τώρα, έναν μήνα μετά, ο ίδιος άνθρωπος που επιτέθηκε, έκανε μήνυση στον Γραμμένο για εξύβριση και απειλή.
Κατά τα λοιπά, η πραγματικότητα είναι σατιρική φάρσα γραμμένη από τον Θουκυδίδη με hangover.
Η μεγάλη ανατροπή δεν είναι η μήνυση. Είναι η απάντηση.
Ο Βασίλης Γραμμένος δεν καλεί σε συμπαράσταση. Δεν καταγγέλλει τον “πολιτικό εκβιασμό των εχθρών της Δημοκρατίας” με φανφάρες και φούσκες. Δεν περιμένει ασυλία. Ζητά την άρση της.
Σ’ έναν κόσμο όπου τα περισσότερα πολιτικά πρόσωπα κρατάνε την ασυλία τους σαν αλεξίσφαιρο και ταυτόχρονα σαν χρυσό εισιτήριο ατιμωρησίας, ο Γραμμένος τολμά να πει:“Άρτε μου την ασυλία. Θέλω να σταθώ απέναντί του. Στο φως. Στην αλήθεια. Στη Δικαιοσύνη.”
Αυτό είναι πολιτική. Αυτό είναι μπαλκόνι χωρίς τηλεοπτική κάμερα. Αυτό είναι πολιτική που δεν θέλει δημοσκόπηση. Θέλει αρχίδια.
Δεν είναι η πρώτη φορά.
Ο Γραμμένος είχε ήδη νικήσει στη δικαστική αναμέτρηση με τον πατέρα Φλώρου. Κι εκεί στάθηκε όρθιος. Κι εκεί απέδειξε πως το ψέμα, η διαστρέβλωση, ο κυνισμός δεν περνάνε πάντα. Υπάρχουν στιγμές που η αλήθεια κερδίζει. Όταν τη φωνάζεις καθαρά και δυνατά.
Τώρα ετοιμάζεται για τη δεύτερη μάχη.
Και σε μια εποχή που το Κοινοβούλιο θυμίζει μερικές φορές κελί αναμορφωτηρίου, σε μια Δημοκρατία που δέχεται μπουνιές από νοσταλγούς της σβάστικας, ο Γραμμένος είναι από τους λίγους που βάζουν το κορμί τους μπροστά.
Η πολιτική δεν είναι ζελέ στα μαλλιά και λέξεις σε κύκλους focus group.
Η πολιτική είναι να κοιτάς τον ναζί στα μάτια και να του λες:“Δεν σε φοβάμαι. Δεν σε αναγνωρίζω. Και δεν θα σε αφήσω να σηκώσεις κεφάλι.”
Αν η Δημοκρατία δεν είναι μόνο θεσμοί αλλά και άνθρωποι, ο Δημήτρης Γραμμένος αξίζει να μπει σ’ εκείνο το ανεπίσημο Πάνθεον των ανθρώπων που τίμησαν τη θέση τους όχι γιατί τη φόρεσαν σαν στολή, αλλά γιατί την σήκωσαν σαν σταυρό.
Επίλογος :
Δεν ξέρω τι θα πει το δικαστήριο. Δεν ξέρω πόσοι ακόμη θα προσπαθήσουν να “τιμωρήσουν” όποιον τολμά να σταθεί απέναντι στα σκοτάδια τους.Αυτό που ξέρω, είναι ότι όταν τελειώσει αυτή η ιστορία, δεν θα μείνει στο αρχείο μιας υπόθεσης.
Θα μείνει στο αρχείο της Ιστορίας.
Και ο τίτλος εκεί θα λέει:
“Γραμμένος — Ο Άνθρωπος που δεν φοβήθηκε τους Φασίστες.”
Υ.Γ.Στην Ελλάδα του 2025, δεν ψάχνουμε ήρωες.Αλλά όταν εμφανίζονται, τους αναγνωρίζουμε.Ούτε άγαλμα δεν χρειάζεται.Μόνο να ξέρουμε πως εκείνη τη μέρα, κάποιος στάθηκε όρθιος όταν όλοι οι άλλοι έσκυβαν.
Και τον λέγανε Γραμμένο.

