Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας
Στο τραπέζι του G20, η μυρωδιά της ναφθαλίνης συναγωνίζεται μόνο την αλαζονεία της εξουσίας. Εκεί, γύρω απ’ τον μαρμάρινο χάρτη του κόσμου, κάθονται άντρες γεννημένοι όταν ο πόλεμος του Βιετνάμ ήταν ακόμα φρέσκος, ο Ψυχρός Πόλεμος καυτός, και ο κόσμος δεν είχε Wi-Fi — μόνο μίσος, όπλα και χειροπιαστές σημαίες.
Ο Πούτιν είναι 72. Ο Σι 71. Ο Μπάιντεν πια αποσύρθηκε, αλλά πρόλαβε στα 82 του να διαχειριστεί πυραύλους με την ίδια άνεση που χειρίζεται ο παππούς μου το τηλεκοντρόλ. Ο Τραμπ στα 79 τάζει νέα “μεγαλείες”, λες και οι ιμπεριαλισμοί της δεκαετίας του ’50 ήταν ποτέ μεγαλείο – ήταν απλώς αίμα σε έγχρωμη τηλεόραση.
Ο Ερντογάν στα 70, πλέον μοιάζει περισσότερο με σουλτάνο του Netflix παρά με εκλεγμένο πρόεδρο. Στήνει μέτωπα από το Βόρειο Ιράκ μέχρι την Κύπρο, αλλά όταν τον ρωτούν για ειρήνη, απαντά με φετβάδες γεμάτες μνήμες Οθωμανισμού.
Στο Πακιστάν, ο πρωθυπουργός Σαχμπάζ Σαρίφ —ναι, καλά διάβασες, πάλι αυτός— κυβερνά με ένα τηλέφωνο στο ένα χέρι και το βλέμμα στραμμένο στα σύνορα με την Ινδία, έτοιμος να πατήσει «nuke» αντί για «mute». Και δίπλα του, η Ινδία του Μόντι, 74 ετών, με το μούσι του να τρέμει όχι από ηλικία αλλά από εθνικισμό. Αν μπορούσε να γράψει τις Βέδες με πολεμικούς κωδικούς, θα το είχε κάνει ήδη.
Και πάνω από όλους, σχεδόν μεταφυσικά, ο Αγιατολάχ Χαμενεΐ του Ιράν, 86 ετών. Δεν κυβερνά πια μόνο μια χώρα. Είναι κάτι μεταξύ θρησκευτικού επόπτη και Θεού που γράφει tweets στο όνομα του μαρτυρίου. Αν ο Πούτιν είναι ο παππούς με τα πυρηνικά, ο Αγιατολάχ είναι ο προπάππους με τις ιδέες. Ψυχρές. Θεολογικές. Αμετανόητες.
Αυτός είναι ο πίνακας εξουσίας του κόσμου. Ένας γερο-συρφετός με περγαμηνές από ψυχροπολεμικές δεκαετίες, που πλέον αποφασίζει ποιος λαός θα θυσιαστεί πρώτος στο βωμό της γεωπολιτικής ψευδαίσθησης. Και οι νέοι; Παρκαρισμένοι σε στρατόπεδα. Έτοιμοι να καούν σαν σπίρτα. Κι όχι για ιδέες. Για ψευδαισθήσεις.
Αυτοί οι άνθρωποι κυβερνούν τον κόσμο. Με τρεμάμενα χέρια και στενές φλέβες. Με εγκεφαλικά επεισόδια καλά καμουφλαρισμένα πίσω από τον εθνικισμό.
Και κάτω, στο χώμα της Ουκρανίας, στα σύνορα του Λιβάνου, στα χαρακώματα της Γάζας, στις ερήμους του Σαχέλ, στα τανκς της Ταϊβάν που ετοιμάζονται, οι νεαροί. Μυώδεις, γεμάτοι τεστοστερόνη και άγνοια. Όχι τυχαία. Το εκπαιδευτικό σύστημα τούς δίδαξε τα εθνικά σύμβολα, όχι τα διεθνή αίτια. Τους έμαθε να υπερασπίζονται τη σημαία, όχι τη ζωή.
Ο παππούς κάνει πόλεμο απ’ το airconditioned γραφείο του. Ο εγγονός πεθαίνει στα χαλάσματα από drone που χειρίστηκε ένα άλλο 19χρονο σε κονσόλα XBOX στο Νεβάδα.
Το 2025 είναι η χρονιά της μεγάλης επιστροφής του «γηραλέου ηγεμόνα». Ηγέτες που θα έπρεπε να είναι σε γηροκομείο, αποφασίζουν ποιος λαός θα μπει σε στρατόπεδο συγκέντρωσης πρώτος. Δεν είναι υπερβολή. Είναι ρεαλισμός χωρίς κολακείες.
Οι γέροντες δεν πεθαίνουν στα μέτωπα. Πεθαίνουν από βαθιά γεράματα, τυλιγμένοι σε επικήδειους που γράφουν «υπηρέτησε την πατρίδα του». Οι νέοι δεν έχουν χρόνο για επικήδειους. Καίγονται σε φλόγες, σφαίρες και ιδεολογίες που δεν κατάλαβαν ποτέ.
Πού είναι το μέλλον σ’ έναν κόσμο όπου οι νεκροί είναι πάντα οι φτωχοί και οι νέοι, και οι ζωντανοί πάντα οι χορτασμένοι και οι γερασμένοι;
Ίσως γι’ αυτό τα social media σιωπούν για τις γενοκτονίες. Γιατί εσύ κι εγώ είμαστε ακόμα ζωντανοί — και ποστάρουμε φωτογραφίες από brunch με κάμερα 4Κ, ενώ άλλοι ποστάρουν SOS με σπασμένες SIM στο μέτωπο της Ανατολής.
Δεν είναι αυτό το μέλλον που μας υποσχέθηκαν όταν παίζαμε με τα LEGO και μας έλεγαν «να είσαι καλό παιδί». Είναι το μέλλον που σχεδιάζουν αυτοί που παίζουν με την Ιστορία σαν να μην τη γράφει κανείς πια. Αλλά τη γράφει.
Κι ίσως κάποια μέρα, θα διαβάζεται έτσι:
«Οι γέροντες έκαναν πόλεμο. Οι νέοι τον πλήρωσαν. Και κάποιοι από εμάς γράψαμε ότι αυτό δεν ήταν φυσικό. Ή δίκαιο. Ή σωστό.»
Μόνο αυτό μπορούμε να κάνουμε.
Μέχρι να κατέβουμε κι εμείς απ’ το πεζοδρόμιο των brunch και να πάμε εκεί όπου μυρίζει αλήθεια. Και αίμα.

