Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας. Διαφημιστής, όχι δημοσιογράφος.
Ο Παύλος Μαρινάκης – υφυπουργός, κυβερνητικός εκπρόσωπος και (αν θέλουμε να είμαστε κάπως ειρωνικοί) προσωρινός φύλακας των φύλακων της Δημοκρατίας – εμφανίστηκε χθες ενώπιον της Επιτροπής DRFMG/LIBE του Ευρωκοινοβουλίου, για να διαβεβαιώσει τους Ευρωπαίους πως όλα στην Ελλάδα είναι «καθώς πρέπει» όσον αφορά τη δημοσιογραφία.
Με στόμφο και ευγένεια είπε τα αναμενόμενα: Task Force για την ασφάλεια των δημοσιογράφων, διεθνές εκπαιδευτικό κέντρο, κατάργηση της απλής δυσφήμισης (ευχαριστούμε που δε θα πάμε αυτόφωρο όταν λέμε την αλήθεια), νέο πλαίσιο διαφάνειας για τα media και αναφορές στο EMFA. Έδειξε ότι η Ελλάδα δεν παίζει πλέον το παιχνίδι της Πλατείας Συντάγματος με κανόνες της Πλατείας Ταχρίρ. Μπράβο του.
Όμως, κάπου εδώ τελειώνουν οι αγκαλιές.
Διότι ενώ οι θεσμικές παρεμβάσεις είναι απαραίτητες – κανείς δεν θέλει να δουλεύει σε μια χώρα όπου η δημοσιογραφία πεθαίνει σε σκοτεινά πάρκινγκ – η σιωπή του Μαρινάκη στα εργασιακά και οικονομικά θέματα των ανθρώπων που τρέχουν για να πουν την αλήθεια, κάνει περισσότερο θόρυβο από τα όσα είπε.
Πού είναι η κουβέντα για:
Τους δημοσιογράφους των 800 ευρώ που τρέχουν από γραφείο σε στούντιο, από portal σε ραδιόφωνο για να συμπληρώσουν ένα ένσημο;
Τους δημοσιογράφους των 800 ευρώ που τρέχουν από γραφείο σε στούντιο, από portal σε ραδιόφωνο για να συμπληρώσουν ένα ένσημο;
Τη μη ύπαρξη Συλλογικών Συμβάσεων, που επιτρέπει σε κάθε εκδότη-μαγαζάτορα να παίζει τον μισθό και την ασφάλιση κορώνα-γράμματα;
Τη μη ύπαρξη Συλλογικών Συμβάσεων, που επιτρέπει σε κάθε εκδότη-μαγαζάτορα να παίζει τον μισθό και την ασφάλιση κορώνα-γράμματα;
Την υπερσυγκέντρωση των ΜΜΕ σε λίγα χέρια, συχνά επιχειρηματικά, συχνά εξαρτημένα, και συχνά με ένα τηλέφωνο απευθείας στο Μαξίμου;
Την υπερσυγκέντρωση των ΜΜΕ σε λίγα χέρια, συχνά επιχειρηματικά, συχνά εξαρτημένα, και συχνά με ένα τηλέφωνο απευθείας στο Μαξίμου;
Την παντελή αδιαφορία για τα πνευματικά δικαιώματα των συντακτών και των φωτορεπόρτερ, που βλέπουν τη δουλειά τους να κυκλοφορεί σε 100 sites χωρίς όνομα ή link;
Την παντελή αδιαφορία για τα πνευματικά δικαιώματα των συντακτών και των φωτορεπόρτερ, που βλέπουν τη δουλειά τους να κυκλοφορεί σε 100 sites χωρίς όνομα ή link;
Αυτά δεν τα είδε ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης. Ή τα είδε και τα θεώρησε… δευτερεύοντα. Διότι προστασία δεν σημαίνει μόνο να μη μας δείρουν στον δρόμο – σημαίνει και να μπορούμε να ζήσουμε απ’ αυτό που γράφουμε.
Η μεγάλη πτώση
Αυτό που κανείς δεν θέλει να πει δημόσια, είναι πως η δημοσιογραφία στην Ελλάδα αργοπεθαίνει, όχι από μαχαιριές στα στενά αλλά από την εξαφάνιση του νοήματος και του επαγγελματισμού. Μια χώρα που κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις παγκοσμίως στην ελευθερία του Τύπου (108η το 2024, σύμφωνα με τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα) δεν μπορεί να καμαρώνει για “επένδυση στη δημοκρατία”. Εκτός αν η λέξη “επένδυση” έχει ξεχάσει τι σημαίνει.
Το ιντερνέτ, που κάποτε μας υποσχέθηκε απελευθέρωση, έγινε το πιο αποτελεσματικό φίμωτρο. Ο αναγνώστης δεν πληρώνει, το διαφημιστικό budget έχει καταρρεύσει, τα κλικ έχουν γίνει πιο σημαντικά απ’ την αλήθεια και ο τίτλος “ΠΕΘΑΝΕ Ο ΑΝΤΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ” (ναι, ξανά) φέρνει περισσότερο traffic από την αποκάλυψη για ένα σκάνδαλο.
Η πολυφωνία έχει γίνει κακοφωνία. Όχι γιατί μιλάνε πολλοί – αλλά γιατί μιλάνε οι ίδιοι, με πολλές φωνές. Ή, ακόμα χειρότερα, γιατί μιλούν μόνο όσοι έχουν περάσει πρώτα από το γραφείο του χορηγού ή του υπουργού.
Η δημοσιογραφία ως θεσμός ελέγχου
Αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί, πρέπει να θυμηθούμε πως η δημοσιογραφία δεν είναι επάγγελμα. Είναι θεσμός. Ο μοναδικός θεσμός που έχει ως αποστολή να κοιτάει την εξουσία στα μάτια και να λέει: “όχι έτσι”. Όταν αυτός ο θεσμός ζει σε διαρκή φόβο, φτώχεια ή εξάρτηση, τότε η δημοκρατία χάνει την άμυνά της.
Και τότε δεν έχει σημασία πόσα Κέντρα Εκπαίδευσης φτιάχνεις ή πόσα κουμπιά για τη διαφάνεια προσθέτεις. Αν ο ρεπόρτερ πεινάει, δεν έχει την πολυτέλεια να είναι ανεξάρτητος. Θα γράψει ό,τι του πουν. Ή χειρότερα: θα σιωπήσει.
Αυτό δεν είναι επένδυση στη δημοκρατία. Είναι ρευστοποίηση του πυρήνα της.
Ας ελπίσουμε ότι η κυβέρνηση, αλλά και η κοινωνία συνολικά, θα καταλάβει πως χωρίς ανεξάρτητη, αξιοπρεπώς αμειβόμενη και θωρακισμένη δημοσιογραφία, όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς σκηνοθεσία. Και σε αυτό το θέατρο, το κοινό έχει αρχίσει να κουράζεται. Ή ακόμα χειρότερα: να φεύγει

