Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας που έμαθε από νωρίς ότι η σιωπή στα χωριά δεν είναι ποτέ κενή – είναι μνήμη και χρέος.

Οι Μάκρες, λίγο έξω από το Ηράκλειο Κρήτης, είναι ο τόπος καταγωγής της μητέρας μου. Εκεί όπου το φως του μεσημεριού πέφτει πάνω στους λευκούς τοίχους και μοιάζει να καίει όχι μόνο το χώμα, αλλά και τις ιστορίες που ξεχάστηκαν επίτηδες. Ή που τις θάψανε για να μην ξυπνήσουν.

Μεγάλωσα ακούγοντας ιστορίες για βεντέτες. Όχι από βιβλία. Από στόματα. Από συγγενείς που τα λέγανε χαμηλόφωνα. Από παρέες παιδιών που λέγανε «να σου πω για τον παππού μου, που είχε φυλαχτεί στα βουνά τρία χρόνια». Από γυναίκες του παρελθόντος σε διπλανά χωριά που δεν βγήκαν από το σπίτι τους επί μήνες, μην τις δει το άλλο σόι.

Η βεντέτα δεν ήταν σκηνή από ταινία. Ήταν τραύμα μεταβιβαζόμενο, τιμή βυθισμένη στο αίμα, ηθικό καθήκον γραμμένο όχι σε χαρτί αλλά σε σπλάχνα.

Η Βεντέτα δεν είναι έγκλημα. Είναι μηχανισμός επιβίωσης όταν η πολιτεία αποτυγχάνει.

Η λέξη «βεντέτα» προέρχεται από το ιταλικό vendetta. Εκδίκηση. Στην Κρήτη, έγινε κάτι πολύ βαθύτερο: έγινε τρόπος κοινωνικής αποκατάστασης σε ένα σύμπαν όπου το κράτος ήταν αδύναμο, άδικο ή απόν.

Όταν δεν υπήρχε αστυνομία ή ήταν εχθρική.Όταν ο δικαστής ήταν χωριανός του θύτη.Όταν οι φτωχοί δεν είχαν φωνή.Τότε η μόνη “δίκη” ήταν η θύμηση, και η μόνη “ποινή” η αντεκδίκηση.

Η βεντέτα έλεγε:«Δεν θα αφήσω το αίμα του δικού μου να πάει χαμένο. Αν δεν μιλάς εσύ, κράτος, θα μιλήσω εγώ.»

Αυτός ο κύκλος δεν είχε αρχή. Είχε μόνο χρέος.Σκότωσες; Σε περιμένει αντίποινο.Προσέβαλες; Κάποιος θα σου “μιλήσει”.Έκανες τον έξυπνο; Πάρε την ευθύνη.

Κοινωνιολογικά, η βεντέτα είναι πρωτόγονο δίκαιο. Αλλά πολλές φορές, είναι το μόνο που υπήρχε.

Σε κοινωνίες χωρίς εμπιστοσύνη στους θεσμούς, ο άντρας –και η κοινότητά του– καλούνται να γίνουν ταυτόχρονα:

εισαγγελέας, γιατί κανείς άλλος δεν θα κάνει δίωξη,

εισαγγελέας, γιατί κανείς άλλος δεν θα κάνει δίωξη,

δικαστής, γιατί το σύστημα είναι στημένο,

δικαστής, γιατί το σύστημα είναι στημένο,

εκτελεστής, γιατί η ποινή δεν θα εφαρμοστεί αλλιώς.

εκτελεστής, γιατί η ποινή δεν θα εφαρμοστεί αλλιώς.

Και η κοινότητα κοιτά. Σιωπά. Κατανοεί.Γιατί κι εκείνη έχει νιώσει την αδικία.Γιατί κι εκείνη θυμάται μια φορά που κάποιος δικός της «δεν βρήκε το δίκιο του».

Σήμερα στην Ελλάδα, ο κόσμος βράζει. Και ξέρω το βλέμμα εκείνο – είναι το βλέμμα πριν τη βεντέτα.

Έχουμε γυναίκες που περιμένουν χρόνια να αποδοθεί Δικαιοσύνη για έναν βιασμό – και βλέπουν τον βιαστή να συνεχίζει τη ζωή του.Έχουμε γονείς που θάβουν τα παιδιά τους από οδηγούς-δολοφόνους που «δεν είχαν πρόθεση».Έχουμε οικογένειες που καταστρέφονται από απάτες, φτώχεια, διαπλοκή – και δεν βλέπουν ούτε μία καταδίκη.

Και τότε αρχίζει να τρίζει το θεμέλιο.Όχι των νόμων, αλλά της πίστης.Πίστης στον Νόμο. Πίστης στη Δικαιοσύνη. Πίστης στο Κράτος.

Κι όταν αυτή η πίστη χαθεί,το δίκαιο δεν πεθαίνει — παίρνει το νόμο στα χέρια του.

Αν συνεχίσουμε έτσι, θα έχουμε επιστροφή της βεντέτας – όχι μόνο στην Κρήτη. Παντού.

Η Ελλάδα του σήμερα δεν απέχει τόσο πολύ από την Κρήτη των δεκαετιών του ’50 και του ’60.Το μόνο που χρειάζεται είναι ηθική κατάρρευση.Ένα σημείο όπου ο πολίτης νιώθει πως δεν έχει άλλο μέσο. Ότι αν δεν υπερασπιστεί μόνος του το δίκιο του, δεν θα το υπερασπιστεί κανείς.

Και τότε, θα ανοίξει ένας νέος κύκλος αίματος.Όχι με ραβδιστές και μαχαίρια.Αλλά με όπλα, drones, κάμερες, και βία «χειρουργικής ακρίβειας».Όχι για την τιμή του γένους. Αλλά για την επιβίωση του εαυτού.

Το κράτος έχει ακόμη λίγο χρόνο. Όχι για να κάνει μεταρρυθμίσεις. Αλλά για να αποκαταστήσει την πίστη.

Αν δεν πειστεί ο πολίτης ότι υπάρχει δικαιοσύνη, θα ξαναγεννηθεί η αυτοδικία.

Αν δεν προστατεύσει τους αδύναμους, θα το κάνουν οι συγγενείς τους.

Αν δεν αποδοθούν ποινές ουσίας, θα πέφτει η τιμωρία από τα ίδια τα χέρια των θυμάτων.

Εγώ, που θυμάμαι τους παππούδες στις Μάκρες να λένε με μισόλογα τα ονόματα των θυμάτων και των δραστών,που είδα στα παιδικά μάτια μου τι θα πει φόβος να μιλήσεις γιατί “ξέρεις από πού κρατάει ο άλλος”,σας λέω:

Δεν απέχουμε πολύ. Μια σπίθα λείπει. Ένα άδικο ακόμη. Μια κρατική σιωπή που θα ερμηνευτεί ως συνενοχή.

Και τότε ο πολίτης θα πει:

«Ε, αφού δε μιλάτε εσείς, θα μιλήσω εγώ».

Και δεν θα είναι σχήμα λόγου.

Θα είναι το τελευταίο άρθρο πριν τη νέα εποχή του αίματος.