Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας

Κάπου ανάμεσα στο τρίτο freddo της ημέρας, στο scroll του TikTok, στο «δεν βαριέσαι μωρέ» και στο «θα δούμε», ο Έλληνας του σήμερα έχει πάθει βέρτιγκο. Όχι απλά ζαλάδα. Κανονικό υπαρξιακό ίλιγγο. Σαν να βρίσκεται σε ασανσέρ πολυκατοικίας του ’80, με χαλασμένο φως, που ανεβοκατεβαίνει χωρίς να ξέρει αν πηγαίνει προς το ρετιρέ ή το υπόγειο.

Και το χειρότερο; Έχουμε αρχίσει να το απολαμβάνουμε. Ξυπνάμε κουρασμένοι από ύπνο που δεν μας ξεκούρασε, πιάνουμε το κινητό πριν να πιάσουμε τον εαυτό μας και μπαίνουμε κατευθείαν στο μεγάλο ελληνικό καζίνο της πληροφορίας. Ένας φωνάζει για πολιτική. Ένας άλλος για διατροφή. Ένας τρίτος για επενδύσεις. Ένας τέταρτος μας εξηγεί πώς να γίνουμε εκατομμυριούχοι από το μπαλκόνι, ενώ πίσω του φαίνεται απλωμένη μπουγάδα. Και εμείς, σοβαροί θεατές της παράνοιας, κουνάμε το κεφάλι σαν να παρακολουθούμε ντοκιμαντέρ του BBC.

Ο Έλληνας σήμερα ξέρει τα πάντα και δεν θυμάται τίποτα. Έχει άποψη για γεωπολιτική, επιτόκια, εμβόλια, τεχνητή νοημοσύνη, αθλητική διαχείριση, εξωτερική πολιτική, αρχαία φιλοσοφία και air fryer. Αλλά δεν ξέρει πού άφησε τα κλειδιά του. Δεν ξέρει τι ψήφισε στις προηγούμενες εκλογές. Δεν ξέρει πόσο πληρώνει πραγματικά σε συνδρομές. Δεν ξέρει καν αν θέλει να μείνει εδώ ή να φύγει. Μένει, όμως. Και γκρινιάζει επαγγελματικά.

Έχουμε μετατραπεί σε λαό που ζει μόνιμα με ανοιχτές καρτέλες. Στο μυαλό μας τρέχουν δεκαεπτά tabs: λογαριασμοί, παιδιά, δουλειά, κίνηση, ακρίβεια, διακοπές που δεν βγαίνουν, πολιτικοί που δεν πείθουν, influencers που πείθουν υπερβολικά, και μια βαθιά εθνική βεβαιότητα ότι «κάτι δεν πάει καλά», χωρίς όμως να έχουμε την ενέργεια να ανοίξουμε το αρχείο και να δούμε τι.

Είμαστε ο λαός που θα βρίσει το σύστημα με πάθος και μετά θα ψάξει γνωστό για να παρακάμψει τη σειρά. Θα καταγγείλει τη διαφθορά, αλλά θα πει «έλα μωρέ, όλοι έτσι κάνουν». Θα μιλήσει για αξιοκρατία, αρκεί να μην εφαρμοστεί πάνω του. Θα κράξει τον νεοπλουτισμό, μέχρι να του δοθεί η ευκαιρία να γίνει λίγο νεόπλουτος κι αυτός, έστω με δόσεις.

Και κάπου εκεί βρίσκεται η μεγάλη μας τραγωδία, αλλά και η μεγάλη μας κωμωδία. Δεν είμαστε χαμένοι επειδή δεν έχουμε μυαλό. Το αντίθετο. Έχουμε πάρα πολύ μυαλό, αλλά το έχουμε κάνει παζάρι. Το ξοδεύουμε σε εξυπνάδες, σε σχόλια, σε ατάκες, σε μικρές νίκες του καφενείου. Έχουμε ευφυΐα χωρίς πειθαρχία. Ένστικτο χωρίς σχέδιο. Θυμό χωρίς στόχο. Ταλέντο χωρίς συνέπεια.

Ο Έλληνας δεν είναι χαζός. Είναι χαζεμένος. Τεράστια διαφορά. Ο χαζός δεν μπορεί. Ο χαζεμένος μπορούσε κάποτε, μπορεί ακόμη, αλλά έχει υπνωτιστεί από θόρυβο. Από ειδοποιήσεις. Από «επείγοντα» που δεν είναι σημαντικά. Από σημαντικά που δεν αντέχει να κοιτάξει. Από μια χώρα που του ζητάει να είναι ταυτόχρονα επιζών, πελάτης, πολίτης, θύμα, μάγκας, νοικοκύρης και content creator.

Και έτσι προχωράμε. Με το ένα μάτι στην οθόνη και το άλλο στο παρελθόν. Με το στόμα γεμάτο μεγάλες κουβέντες και την ψυχή γεμάτη εκκρεμότητες. Σε βέρτιγκο. Όχι επειδή ανεβήκαμε πολύ ψηλά. Αλλά επειδή γυρίζουμε πολύ γρήγορα γύρω από το ίδιο σημείο.

Ίσως η πρώτη επανάσταση σήμερα να μην είναι να φωνάξουμε περισσότερο. Ίσως είναι να σταματήσουμε για δέκα λεπτά. Να κλείσουμε την οθόνη. Να πιούμε τον καφέ χωρίς να κοιτάμε τίποτα. Να παραδεχτούμε, έστω μεταξύ μας, ότι έχουμε χαζέψει λίγο. Και μετά, χωρίς ηρωισμούς, χωρίς πομπώδεις δηλώσεις, χωρίς άλλο ένα «πάμε δυνατά», να ξαναπιάσουμε το τιμόνι.

Γιατί το βέρτιγκο δεν περνάει αν κάνεις πως δεν υπάρχει. Περνάει όταν σταματήσεις να γυρίζεις.