Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας- ξυπόλυτος στο πεζοδρόμιο της εξουσίας

Δεν είμαστε σε προεκλογική περίοδο. Απλώς ζούμε σε μια χώρα όπου οι εκλογές δεν σταματούν ποτέ. Ζούμε σε μια πολιτική πραγματικότητα που παίζει σκάκι με μισό πιόνι λιγότερο, σε μια παρτίδα όπου ο βασιλιάς –Κυριάκος Μητσοτάκης– σχεδιάζει την επόμενη κίνησή του από τώρα, γιατί ξέρει πως όταν έρθει η ώρα, δεν θα υπάρχει χρόνος ούτε για να τσεκάρει το ρολόι.

Οι διπλές εκλογές του 2026 δεν είναι απλώς πιθανές. Είναι ο ορίζοντας που έρχεται με την ακρίβεια ενός bullet train. Και παρότι πολλοί ακόμα χαζεύουν τον ήλιο στον προεκλογικό περίπατο, ο Πρωθυπουργός έχει ήδη φορέσει το κράνος.

Γιατί;

Γιατί ξέρει. Ξέρει ότι δεν βγαίνουν τα κουκιά. Ξέρει ότι ακόμα κι αν συνεχίσει να έχει την πολιτική υπεροχή, η αυτοδυναμία τελείωσε. Και, πιο σημαντικό: ξέρει ότι δεν μπορεί να κυβερνήσει με δύο ή τρία “μισά” κόμματα – όχι γιατί δεν θέλει, αλλά γιατί το DNA της ΝΔ δεν συνεργάζεται εύκολα χωρίς να έχει το πάνω χέρι.

Το μεγάλο ψέμα: «Σταθερότητα»

Ας μιλήσουμε ειλικρινά. Η λέξη «σταθερότητα» έχει καταντήσει το πιο κυκλοφορημένο νόμισμα του φόβου. Όταν ο Κυριάκος λέει “σταθερότητα”, δεν εννοεί θεσμική συνέχεια, δεν εννοεί αποτελεσματική διακυβέρνηση. Εννοεί κάτι απλό και ειλικρινές: “ή εγώ ή κανείς”. Είναι ένας υπαρξιακός εκβιασμός, ένα αφήγημα σχεδιασμένο όχι για να εμπνεύσει, αλλά για να παγώσει το κοινό σε στάση άμυνας.

Ο λαός μπορεί να μην ξέρει πάντα την αλήθεια, αλλά ξέρει να αναγνωρίζει τον φόβο όταν του τον πουλάνε ακριβά. Γι’ αυτό το αφήγημα “Μητσοτάκης ή ακυβερνησία” δουλεύει. Δουλεύει γιατί η μνήμη της ακυβερνησίας των μνημονιακών ετών δεν είναι ιστορία. Είναι ψυχολογικό τραύμα. Κι εκεί πατάει το Μαξίμου. Μεθοδικά, με χειρουργική ακρίβεια. Σαν να ανοίγει το ίδιο τραύμα κάθε φορά, μόνο και μόνο για να προσφέρει τη δική του γάζα.

Ο δεύτερος δεν είναι χαμένος. Είναι μεταβαλλόμενος.

Όμως εδώ βρίσκεται και ο μεγάλος κίνδυνος για τον Μητσοτάκη: ο δεύτερος δεν είναι πια ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι πια το ΠΑΣΟΚ, δεν είναι ο Σαμαράς ή ακόμη και ο Τσίπρας, δεν είναι καν κόμμα. Είναι αυτός που θα πει την επόμενη μεγάλη ιστορία. Το πολιτικό κενό δημιουργεί απολιτική φόρα. Και κάθε φορά που το Μαξίμου μιλά για “χάος”, προσφέρει στους αντιπάλους του το δικαίωμα να πουν “όραμα”.

Ο δεύτερος λοιπόν –όποιος κι αν είναι– έχει μία μοναδική ευκαιρία: να μην παίξει το παιχνίδι της αδυναμίας, αλλά να σηκώσει το μπαϊράκι της αλλαγής με λογική. Όχι τσίρκο, όχι τσιτάτα. Αλλά μια καμπάνια που δεν θα υπόσχεται επανάσταση, αλλά επανεκκίνηση. Όπως το λένε οι επικοινωνιολόγοι: reset narrative.

Γιατί αν ο Μητσοτάκης κατέβει στις δεύτερες εκλογές ως “μονόδρομος”, τότε ο αντίπαλός του έχει την ευκαιρία να εμφανιστεί ως η γέφυρα. Όχι για να περάσει μόνος. Αλλά για να περάσει μαζί του μια κοινωνία που ασφυκτιά από την αίσθηση ότι δεν μπορεί πια να διαλέξει.

Το παράδοξο: Η Νίκη στις δεύτερες, αλλά με κόπο

Οι δεύτερες εκλογές πάντα ενισχύουν το πρώτο κόμμα – αυτό είναι νόμος της πολιτικής ψυχολογίας. Ο κόσμος κουράζεται. Θέλει κυβέρνηση, όχι δράματα. Θέλει κάποιον να τελειώσει το πράγμα, όχι να το αναλύει.

Άρα ναι, η ΝΔ θα ανέβει στις δεύτερες εκλογές. Αλλά θα έχει ήδη ξοδέψει την τελευταία ρανίδα πειθούς της. Δεν θα πείσει· θα εκβιάσει. Και εκεί, χτίζεται το αφήγημα της παρακμής.

Όταν η σταθερότητα γίνεται άλλοθι, η κοινωνία αργά ή γρήγορα ζητά κάτι περισσότερο από κανονικότητα. Ζητά νόημα.

Συμπέρασμα: Διπλές εκλογές, διπλή πρόκληση

Για τον Μητσοτάκη, είναι η τελευταία παράσταση με το σκήπτρο στο χέρι. Αν χάσει τη λάμψη του “σωτήρα”, θα μείνει με το κόστος του “μονάρχη χωρίς λαό”.

Για τον δεύτερο –όποιος κι αν είναι– είναι η ευκαιρία να επανεφεύρει την ηγεσία στη σύγχρονη Ελλάδα. Όχι με παλιές συνταγές, αλλά με ένα νέο αφήγημα: Το κράτος δεν είναι λάφυρο. Είναι συμβόλαιο εμπιστοσύνης.