Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας- Μια απάντηση στην “Θεία Δώρα”

Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή κάθε Έλληνα πατέρα που τον αλλάζει για πάντα. Δεν είναι όταν γεννιέται η κόρη του – εκεί το συναίσθημα είναι γλυκό, σχεδόν ζαχαρωτό. Ούτε όταν κάνει τα πρώτα της βήματα – εκεί νιώθει ότι μεγαλώνει μια μικρή θεά που κατακτά τον κόσμο.Η πραγματική κρίση έρχεται όταν η θεά φέρνει σπίτι τον πρώτο… θνητό.

Ο Έλληνας πατέρας, όσο μοντέρνος κι αν παριστάνει, μέσα του κρύβει έναν παλαιάς κοπής καπετάνιο: τιμή, παράδοση και αυστηρότητα. Στην πρώτη παρουσίαση του «αγοριού» η θερμοκρασία του σπιτιού πέφτει 5 βαθμούς. Οι ματιές γίνονται μαχαιριές, οι χειραψίες μετριούνται σαν ανακρίσεις στην Ασφάλεια, και το χαμόγελο του πατέρα μοιάζει περισσότερο με στρατιωτική προειδοποίηση παρά με καλοσόρισμα.

Μη γελιόμαστε. Στην Ελλάδα η κόρη είναι το απόλυτο άβατο. Οι πατεράδες δεν είναι γονείς, είναι φρουροί ενός φρουρίου. Και το πρώτο αγόρι που θα χτυπήσει την πόρτα κουβαλάει, στα μάτια τους, όλα τα προπατορικά αμαρτήματα της ανθρωπότητας: από τον Αδάμ και την Εύα μέχρι τον τελευταίο DJ που έσπασε καρδιές σε μπουζούκια.

Στην πραγματικότητα, πίσω από το σκηνικό –την υποψία καραμπίνας στην αποθήκη, το φτυάρι για «κήπο» που δεν υπάρχει, και τη φράση «καλά παιδί μου, πού μένεις;» που ακούγεται σαν GPS για τον τάφο σου– κρύβεται κάτι βαθύτερο: φόβος.Φόβος μήπως η κόρη πληγωθεί. Φόβος μήπως ο κόσμος αποδειχθεί πιο σκληρός απ’ ό,τι της αξίζει. Φόβος μήπως, σε δέκα χρόνια, εκείνη πει «ο μπαμπάς μου είχε δίκιο» αλλά θα είναι πια αργά για να της το πει κατάμουτρα χωρίς να σπάσει.

Το στοιχείο είναι ότι οι πατεράδες το ξέρουν: όλη αυτή η παράσταση με την καραμπίνα και το παγωμένο βλέμμα είναι σαν αρχαίο ελληνικό θέατρο. Δεν προστατεύει πραγματικά – είναι απλώς μια τελετή μύησης. Το αγόρι πρέπει να περάσει τη δοκιμασία. Να σταθεί όρθιο κάτω από το άγριο βλέμμα, να μην ιδρώσει όταν ο πατέρας πει: «Ξέρεις να αλλάζεις λάστιχο;» και να καταλάβει πως δεν ζητά άδεια. Ζητά να του αποδείξει ότι αξίζει έστω να μπει στο σαλόνι.

Και μετά; Μετά από χρόνια, όταν εκείνη παντρευτεί και κάνει παιδιά, ο πατέρας –αυτός ο ίδιος που κάποτε κρατούσε φτυάρι– θα παίξει τον παππού που χαρίζει παγωτά και αφήνει τα εγγόνια να ξενυχτούν.Γιατί η αλήθεια είναι ότι το μόνο που ήθελε πάντα ήταν να κρατήσει την κόρη του ασφαλή. Και το μόνο που δεν θα παραδεχτεί ποτέ είναι ότι την ημέρα που γνώρισε το πρώτο της αγόρι, αυτός ήταν που κοιμήθηκε πιο αργά από όλους.