Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας

Στα lσπανικά (πρωτότυπο):Pero yo ya no soy yo,ni mi casa es ya mi casa.Compadre, quiero morirdecentemente en mi cama.De acero, si puede ser,con las sábanas de holanda.

Στα ελληνικά:Μα εγώ πια δεν είμαι εγώ,ούτε το σπίτι μου είναι πια το σπίτι μου.Φίλε μου, θέλω να πεθάνωευπρεπώς στο κρεβάτι μου.Από ατσάλι, αν γίνεται,με σεντόνια από ολλανδικό λινάρι.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: Η ΖΩΗ ΩΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΑΝΑΠΝΟΗ

Γεννημένος το 1898 στη Φουέντε Βακέρος της Γρανάδας, ο Φεντερίκο δεν ήταν παιδί — ήταν έκρηξη. Ένας ντροπαλός εκκεντρικός που, αντί να παίζει με μπάλες, έγραφε μανιφέστα χωρίς να το ξέρει. Παιδί πλούσιας οικογένειας, αλλά πάντα με το αυτί στο χώμα, εκεί που περπατάνε οι απελπισμένοι, οι τσιγγάνοι, οι ανέραστοι, οι τραγικοί ήρωες.

Από μικρός ένιωθε διχασμένος: θρησκευόμενος και άθεος, αστός και επαναστάτης, γιος καλής οικογένειας και φλογερός υπερασπιστής των απόκληρων. Ξεχώριζε. Τόσο πολύ, που η Ισπανία δεν τον άντεξε.

Στη Μαδρίτη θα ενταχθεί στη θρυλική Residencia de Estudiantes, εκεί όπου ο Νταλί, ο Μπουñουέλ και άλλοι έκαναν brainstorming με καφέ, χαστούκια και εξπρεσιονισμό. Ο Λόρκα ήταν πάντα «ο ποιητής τους» — αυτός που μετέτρεπε τον εσωτερικό πόνο σε φλαμένκο, σε αιμάτινο ρυθμό, σε στίχο που μαχαιρώνει και ερωτεύεται ταυτόχρονα.

Η ποίησή του; Ούτε κομψή, ούτε μεταφορική. Ήταν ωμή. Αιμάτινη. Ήταν αίμα και σεξ και θάνατος. Ένας συνδυασμός που η συντηρητική Ισπανία θαύμαζε… μέχρι που τον φοβήθηκε.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: Ο ΕΡΩΤΑΣ ΩΣ ΕΝΟΧΗ ΚΑΙ ΠΥΡΗΝΙΚΟ ΟΠΛΟ

Ήταν ομοφυλόφιλος. Σε μια χώρα που το θεωρούσε αμαρτία, ντροπή, λόγο για εκτέλεση. Ο ίδιος δεν το έκρυβε – όχι κραυγαλέα, μα και ποτέ δεν το διαπραγματεύτηκε. Ο έρωτάς του ήταν πάντα καταραμένος: στους στίχους, οι άντρες πεθαίνουν για τους άντρες, οι γυναίκες μοιρολογούν, και η σελήνη δεν φωτίζει αλλά καταδιώκει.

Έγραφε για το πάθος σαν να ήταν αρρώστια και λύτρωση μαζί. Κι εκεί είναι που η Ισπανία αποφάσισε ότι πρέπει να σιωπήσει. Δεν γίνεται να υπάρχει τόσο καθαρή φωνή ανάμεσά μας, είπαν. Όχι έτσι. Όχι σ’ εμάς.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ: ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΩΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Ο Λόρκα έφερε το θέατρο στους δρόμους με το θρυλικό La Barraca. Μια νομαδική θεατρική ομάδα που ανέβαζε Σοφοκλή και Θέρβαντες στα χωριά, σε πλατείες και ξεχασμένες πόλεις. Ήθελε τον πολιτισμό εργαλείο και όχι προνόμιο. Και γι’ αυτό τον μίσησαν.

Η Ματωμένη Νύφη, ο Ματωμένος Γάμος, το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα — όλα του τα έργα φώναζαν ενάντια σε μια κοινωνία που ήθελε να θάψει τις γυναίκες ζωντανές, να φυλακίσει τον έρωτα, να φορέσει φίμωτρο στη θλίψη.

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ: Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

Αύγουστος του 1936. Η Ισπανία έσταζε αίμα απ’ τις ραφές της. Οι φασίστες του Φράνκο είχαν ήδη ξεκινήσει το πλιάτσικο της ψυχής της χώρας. Στην Ανδαλουσία, στη Γρανάδα, ο Λόρκα έγινε στόχος.

Συνελήφθη χωρίς δίκη. Μεταφέρθηκε στο Βιθνάρ. Του έδωσαν λίγα λεπτά, ίσως δευτερόλεπτα. Του είπαν να προσευχηθεί. Δεν το έκανε. Τον έστησαν στον τοίχο μαζί με άλλους τρεις. Τον πυροβόλησαν. Έπεσε. Του έριξαν άλλη μία στο κεφάλι. Και μετά τον έθαψαν σε ομαδικό τάφο.

Γιατί; Επειδή έγραφε. Επειδή αγαπούσε. Επειδή ήταν ελεύθερος.

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ: Ο ΛΟΡΚΑ ΩΣ ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ

Κι όμως. Δεν τελείωσε εκεί. Ο Λόρκα είχε ήδη παραδώσει το πιο ανατριχιαστικό του προμήνυμα:

Pero yo ya no soy yo, ni mi casa es ya mi casa…Μα εγώ πια δεν είμαι εγώ, ούτε το σπίτι μου είναι πια το σπίτι μου.

Pero yo ya no soy yo, ni mi casa es ya mi casa…Μα εγώ πια δεν είμαι εγώ, ούτε το σπίτι μου είναι πια το σπίτι μου.

Ήξερε. Ήξερε πως ο ίδιος έφευγε από το σώμα του, πως η Ισπανία του 1936 δεν είχε χώρο για ποιητές. Μα άφηνε πίσω του μια φωνή-μπούμερανγκ που θα επέστρεφε να στοιχειώσει τον φασισμό.

Ο Λόρκα είναι ακόμα εδώ. Στα θέατρα, στις διαδηλώσεις, στα φιλήδονα φαντάσματα των εραστών. Είναι στα φιλιά που δεν δόθηκαν ποτέ. Στους φόβους που ακόμα ψιθυρίζουμε. Και στους στίχους που δεν σταματούν να ματώνουν.

Τον φαντάζομαι ακόμα, στον τοίχο. Χωρίς τσιγάρο, χωρίς χαρτί. Με τα μάτια καρφωμένα στους εκτελεστές. Και πριν ακουστεί η διαταγή, ψιθυρίζει:

«Yo ya no soy yo.»

Τουτέστιν:

Καραγκιόζηδες, δεν είμαι εγώ αυτός που νομίζετε.Ο εγώ που είμαι, θα σας στοιχειώνει για πάντα.

Και πράγματι: έτσι έγινε.