Σχολιάζοντας την συνέντευξη της στην Νεκταρία Σταμούλη για την Καθημερινή

Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας

Αν δεν υπήρχε η Μαρία Καρυστιανού, τα Τέμπη θα είχαν ήδη βουλιάξει στη λήθη. Θα ήταν άλλο ένα ελληνικό έγκλημα που κουκουλώθηκε, άλλη μια στατιστική του κράτους-μπανανία που βαφτίζει τα θύματα «ατυχία» και τα λάθη «ανθρώπινο παράγοντα». Όμως υπάρχει η Μαρία. Και κάθε φορά που μιλά, το πολιτικό σύστημα ιδρώνει.

Είναι η μάνα που θυσιάστηκε στον βωμό της ανικανότητας. Είναι το πρόσωπο που, χωρίς να το επιδιώξει, έγινε σύμβολο. Δεν είναι πολιτικός, δεν είναι οργανωτής κομματικών στρατών. Είναι το αρχέτυπο του πολίτη που, όταν το προσωπικό του δράμα έγινε συλλογική πληγή, αρνήθηκε να σιωπήσει.

Κι αυτό το “όχι” τρέμει η εξουσία.

Από τον πόνο στην πολιτική φαντασίωση

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν 25%. Ένα τέταρτο της κοινωνίας δηλώνει πρόθυμο να τη στηρίξει αν μπει στην πολιτική. Εκείνη απαντά με την αποστομωτική καθαρότητα: «Θέλω να δω κάτι νέο. Αλλά δεν θα το οργανώσω εγώ». Το λέει χωρίς ύφος, χωρίς τεχνάσματα, χωρίς το λεξιλόγιο των επαγγελματιών της εξουσίας. Κι αυτό είναι που σπάει κόκκαλα.

Γιατί το “κάτι νέο” που περιγράφει δεν είναι ένα κόμμα, είναι μια κραυγή. Είναι η απελπισία ενός λαού που πνίγεται μέσα στη σήψη των θεσμών και ψάχνει μια φωνή που να μη βρωμάει ιδιοτέλεια.

Οι πιέσεις και οι σειρήνες

Πολιτικοί την παίρνουν τηλέφωνο. Άλλοι από απελπισία, άλλοι από οπορτουνισμό. «Φτιάξε κόμμα, να μπούμε μαζί». Η εικόνα είναι γκροτέσκα: οι καριερίστες που κατέρρευσαν ψάχνουν σωσίβιο σε μια μάνα που πενθεί. Είναι σαν να θες να γαντζωθείς από τον σταυρό την ώρα που ο άλλος σταυρώνεται.

Η Καρυστιανού όμως παραμένει ανυπότακτη. Δεν χρωστάει σε κανέναν, δεν ανήκει σε κανέναν. Κι αυτή η αυτονομία της είναι το απόλυτο πολιτικό κεφάλαιο.

Το ηθικό πλεονέκτημα ως όπλο

Ο καθηγητής και εκλογολόγος Γιάννης Κωνσταντινίδης το είπε καθαρά: κανείς δεν μπορεί να τη χτυπήσει χωρίς να θεωρηθεί «ανήθικος». Γιατί; Διότι η ίδια ενσαρκώνει κάτι που λείπει χρόνια από τη δημόσια ζωή: το ηθικό πλεονέκτημα. Όχι το ψεύτικο, το επινοημένο στα επικοινωνιακά γραφεία, αλλά το αληθινό, που γεννήθηκε μέσα από αίμα.

Η Καρυστιανού δεν χρειάζεται spin doctors. Δεν χρειάζεται δελτία Τύπου. Χρειάζεται μόνο να μιλά. Και κάθε της λέξη γκρεμίζει κυβερνητικά και αντιπολιτευτικά αφηγήματα.

Η παγίδα

Αν μπει στην πολιτική, το φωτοστέφανο κινδυνεύει να μαυρίσει. Θα τη ρίξουν στην αρένα με τα λιοντάρια, θα την κατηγορήσουν ότι εξαργυρώνει τον πόνο. Θα τη βομβαρδίσουν με ερωτήσεις για εξωτερική πολιτική και προϋπολογισμούς. Θα προσπαθήσουν να την ξεσκίσουν εκεί που δεν έχει τεχνοκρατική εμπειρία.

Αν δεν μπει, θα παραμείνει το αθάνατο σύμβολο, αλλά θα βλέπει την αδικία να συνεχίζεται. Αυτό είναι το σταυροδρόμι της.

Η μάχη του φωτός με το σκοτάδι

Η ίδια μιλά για μάχη του καλού με το κακό. Για το φως που θα νικήσει το σκοτάδι. Οι σκεπτικιστές θα ειρωνευτούν τον «μεσσιανισμό». Όμως η αλήθεια είναι ότι η κοινωνία διψά για τέτοιες αφηγήσεις. Για μια πολιτική που δεν μιλά με powerpoints, αλλά με καρδιά.

Κι εκεί είναι το μεγάλο στοίχημα: θα μείνει στο ιερό φωτοστέφανο ή θα γίνει πολιτική κεραυνός που αλλάζει τα πάντα;

Το μόνο σίγουρο είναι ότι, όσο υπάρχει η Μαρία Καρυστιανού, το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να κοιμάται ήσυχο. Γιατί απέναντί του δεν έχει μια «υποψήφια». Έχει την ενσάρκωση της οργής, της αγάπης, της μνήμης. Έχει τη μάνα που αρνήθηκε να σιωπήσει.

Κι αυτό, στην Ελλάδα του 2025, είναι πιο επικίνδυνο από κάθε κόμμα.

ΥΓ – Προσωπική άποψηΗ Μαρία Καρυστιανού δεν είναι απλώς μια φωνή διαμαρτυρίας∙ είναι ίσως η μοναδική ελπίδα που έχει αυτή η χώρα να δει κάτι πραγματικά καινούργιο. Ένα παράθυρο ευκαιρίας που, αν ανοιχτεί, μπορεί να σαρώσει τον βάλτο. Για πρώτη φορά μιλάμε για την πιθανότητα μιας κυβέρνησης πολιτών χωρίς πολιτικούς∙ μιας τετραετίας που θα αλλάξει ριζικά την Ελλάδα, με τέτοια δύναμη νομιμοποίησης που κανείς δεν θα τολμά να σταθεί απέναντί της.

Η κοινωνία την σπρώχνει προς τα εκεί. Την περιβάλλει με ένα αίσθημα αποστολής. Τα προβλήματα που θα προσπαθήσει το σύστημα να της βάλει – έλλειψη εμπειρίας, οργανωτικής δομής, χρηματοδότησης – ξεπερνιούνται στη συνείδηση του κόσμου, αν από πριν είναι γνωστά και αποδεκτά. Διότι το κεντρικό ζήτημα δεν είναι η τεχνική επάρκεια, αλλά η ακεραιότητα. Και η Μαρία Καρυστιανού κουβαλά αυτό το αδιαπραγμάτευτο ηθικό κεφάλαιο που δεν αγοράζεται, δεν χειραγωγείται, δεν λερώνεται.

Αν τολμήσει, η ιστορία της Ελλάδας μπορεί να γραφτεί αλλιώς.