Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας
Η ζωή δεν αντέχει την αναβολή – και ο Σίμος το ήξερε πρώτος απ’ όλους.
Στου Ψυρρή, εκεί που σήμερα τσουγκρίζουν τουρίστες Aperol και πληκτρολογούν στα laptops τα ίδια βαρετά startup decks, κάποτε ίπτατο. Κυριολεκτικά. Μια παράγκα. Ένα καλύβι ξύλινο και θεότρελο, με σκεπάρνια στην οροφή, σπασμένες καρέκλες στους τοίχους, και μέσα του έναν άνθρωπο που είχε ήδη καταλάβει ότι η Ελλάδα δεν σώζεται με προκοπή, αλλά με ρέγκα και ιδέες.
Σίμος Τσαπνίδης: γεννημένος το 1919 στη Σινώπη του Πόντου. Γιος της προσφυγιάς, παιδί του πολέμου. Ορφανός από πατέρα από την Μικρασιατική Καταστροφή, με μητέρα να τον σέρνει σε μια Ελλάδα που είχε μόνο φτώχεια να προσφέρει. Δεν τελείωσε ποτέ το Δημοτικό. Δεν ήθελε. Ή δεν μπορούσε. Άλλωστε, ποιος χρειάζεται γραμματική όταν μαθαίνει να παπουτσώνει τη ζωή;
Έμαθε την τέχνη του τσαγκάρη. Αλλά πώς να φτιάξεις παπούτσια για ανθρώπους που δεν πάνε πουθενά; Κάθε του ζευγάρι είχε μια κόκκινη ρίγα – υπογραφή της αμφισβήτησης. Ούτε ένας δεν τα αγόραζε. Ήταν πολύ μπροστά.
Έτσι, κατέληξε στην οδό Σαρρή, σ’ ένα μισογκρεμισμένο δίπατο που στεκόταν όρθιο μόνο και μόνο γιατί τα διπλανά κτίρια του απαγόρευαν να πέσει. Εκεί έστησε το σπίτι του, το εργαστήριό του, και αργότερα: το σύμπαν του. Την Ιπτάμενη Παράγκα.
Παράγκα, η Φωτεινή Ρωγμή στην Πραγματικότητα
Μέσα στην Παράγκα δεν υπήρχε καμία λογική. Ραπτομηχανές, έργα τέχνης από παλιοσίδερα, ποιήματα με κιμωλία στους τοίχους, καραβάκια, σκεπάρνια, πουλόβερ κόκκινα και κίτρινα, παλιά πιάνα. Κάθε αντικείμενο είχε ρόλο. Όχι λειτουργικό. Συμβολικό.
Τα βράδια, η Παράγκα χόρευε. Κυριολεκτικά. Σουίνγκ, τζαζ, αναρχία. Μια σκάλα σχεδόν κατακόρυφη, μια καταπακτή που έπρεπε να διαβείς, και ύστερα μια αίθουσα χαράς. Εκεί γεννήθηκε η υπαρξιστική Ελλάδα. Εκεί ξεκίνησαν οι συζητήσεις για τον έρωτα, τη φτώχεια, την πολιτική, την ελευθερία.
Και η ατάκα της εποχής, σλόγκαν πριν τα σλόγκαν, αυτό που φώναξε στον Θόδωρο Πάγκαλο – που πήγε ένα βράδυ αλλά κάποιος του είπε πως ήταν ο εγγονός του δικτάτορα:
«Όξω πούστη απ’ την Παράγκα!»
Του άρεσε και το έλεγε κάθε φορά που κάποιος δεν “ταίριαζε” στην συντροφιά. Δεν ήταν βρισιά. Ήταν ιεροτελεστία. Ήσουν μέσα ή ήσουν εκτός. Ή ήσουν μέρος του χορού ή του καταλόγου των υποκριτών. Και ο Σίμος είχε καλή μνήμη. Αργότερα το ίδιο σλόγκαν υιοθέτησε και η Μαλβίνα Κάραλη. Και όλη η Ελλάδα
Ο Εθνικός Σύλλογος Ελλήνων Υπαρξιστών «Ο Διογένης»
Το 1953 το πήγε ένα βήμα παραπέρα. Στο Πρωτοδικείο. Καταστατικό. Σφραγίδες. Υπογραφές. «Εθνικός Σύλλογος Ελλήνων Υπαρξιστών, Ο Διογένης». Ο Σίμος ήξερε από συμβολισμούς. Σινώπη είχε γεννηθεί ο Διογένης. Σινώπη είχε γεννηθεί κι αυτός. Δεν ήθελε να αλλάξει την Ελλάδα. Ήθελε να της θυμίσει ότι κάποτε είχε φιλοσοφία.
Τα μέλη του Συλλόγου: φτωχοί, πλούσιοι, μουσάτοι, ανήσυχοι, ερωτευμένοι, λοξοί. Δεν είχαν επαγγέλματα, μόνο αποστολές. Κάπνιζαν σέρτικα και διάβαζαν. Κοιμόντουσαν σε πατάρια και ζούσαν στον αέρα.
Το απόγειο ήρθε με το περίφημο πάρτι για τους σεισμοπαθείς του Ιονίου. 1953. Συγκέντρωσαν 4.200.000 δραχμές. Παρόντες: ο Λογοθετίδης, ο Σακελλάριος. Η Παράγκα έγινε mainstream. Κακό αυτό για την Εξουσία.
Το τέλος της Παράγκας – Η ποίηση ως έγκλημα
Η Ασφάλεια χτύπησε Ιανουάριο του ’54. Κατηγορίες για «έκλυτο βίο», για «διδασκαλία του ελευθέρου έρωτος», για «ηθική διαφθορά ανηλίκων». Βρήκαν ένα ποίημα του Χαλκιαδάκη:
«Ο έρωτάς μου λεύτερα, σκεπάζει όλη την πλάση…»
Το ποίημα μπήκε στη δικογραφία. Το Δικαστήριο έκλεισε την Παράγκα. Ο Σίμος γελούσε. Ήξερε πως είχε ήδη νικήσει.
Η Ευρωπαϊκή Οδύσσεια
Το 1956 έφυγε. Αυστρία, Γερμανία, Νορβηγία, Δανία, τελικά Παρίσι. Πλύστης, καθαριστής, παπουτσής. Μαζί του πάντα ένα τετράδιο – «Το ημερολόγιο του δρόμου» – και μια φωτογραφική μηχανή που του χαρίστηκε. Με αυτήν αποθανάτισε τη γενιά της αμφισβήτησης, τις πορείες, τον Μάη του ’68. Έπιασε την Ιστορία από το πέτο και της είπε: «Στάσου, να σε τραβήξω».
Η Liberation του έδωσε πρωτοσέλιδο. Η γαλλική αστυνομία, μερικά χαστούκια. Οι Έλληνες πολιτικοί εξόριστοι του έδωσαν καταφύγιο. Ο ίδιος τους έδωσε ελπίδα.
Επιστροφή και Σιωπή
Το 1976 ξαναπάτησε στην οδό Σαρρή. Η Παράγκα είχε γίνει κάτι άλλο. Ένα θέατρο, ένα γκαλερί, ένα τίποτα. Δεν τον αναγνώριζε κανείς. Εκτός από κάτι παλιούς που τον έβλεπαν με βλέμμα βουρκωμένο. Έκανε μεροκάματα. Μιλούσε σε φοιτητές. Έδινε συνεντεύξεις. Η τελευταία του, το 1997, στη Λιάνα Κανέλλη.
«Δεν ήμουν ποτέ επαναστάτης. Ήμουν μόνο ένας που ήθελε να ζήσει». Αυτό είπε.
Ο θάνατός του: χωρίς φασαρία, όπως του άξιζε
9 Ιουνίου 1999. Έφυγε μόνος, πλήρης ημερών. Όχι παρασημοφορημένος, όχι «επίτιμος». Απλώς ελεύθερος.
Επίλογος με κόκκινη ρίγα
Ο Σίμος δεν χωράει στη σχολική ιστορία. Ούτε στα ντοκιμαντέρ. Ήταν λαϊκός Καμύ, τραμπούκος της χαράς, φιλόσοφος με ρέγκα. Αν ξαναφτιαχτεί ποτέ η Ελλάδα, ο Σίμος πρέπει να μπει σε βιβλίο της Γ’ Γυμνασίου. Όχι για να γίνει παράδειγμα, αλλά για να θυμίζει πως κάποτε, ένας άνθρωπος είπε:
«Όξω πούστη απ’ την Παράγκα»,
κι αυτό ήταν φιλοσοφία.
Τιμή και Δόξα στον Σίμο τον Υπαρξιστή.
Ο τελευταίος που έζησε όχι για να φανεί, αλλά για να χορέψει.
Κι αυτό, σε μια χώρα από μεταμφιεσμένους σοβαροφανείς, είναι η μόνη πραγματική Επανάσταση.

