Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας (stafilious για τους ήρωες της ιστορίας μας)
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 δούλευα ως δεύτερος DJ (πρώτος ήταν ο απόλυτος Aris Thomas, για ψάξτε τον) στο μυθικό ARIA στην Χερσόνησσο της Κρήτης. Ήταν εκείνα τα χρόνια που η νύχτα αναπνέει ακόμη αληθινά στους ρυθμούς των βινυλίων, όταν η μουσική δεν ήταν ακόμη φυλακισμένη σε αλγορίθμους και όταν ο κόσμος χόρευε με το κορμί και όχι με τα δάχτυλα στο smartphone.
Μαζί μας εκεί δούλευε μια πανέμορφη Ολλανδέζα μιγάδα η Ευριδίκη – Μαμά από Σουρινάμη, Μπαμπάς Ολλανδός. Μια θεά που όλοι προσπαθούσαν να γοητεύσουν αλλά όλοι έτρωγαν μυθικές χυλόπιτες. Η Ευριδίκη αυτή είχε κάτι που έκανε τα αγόρια να γίνονται κόκκινα σαν γαρίδες, να βαρούν ταράτσες και να λένε χαζομάρες. Μια γυναίκα που περπατούσε σαν να ξέρει μυστικά που οι υπόλοιποι δεν θα μάθουμε ποτέ.
Στο μαγαζί ερχόταν σχεδόν καθημερινά ο πρώτος μου ξάδελφος – σχεδόν αδελφός – ο Χρήστος που μαζί σβουρίζαμε από τα πρώτα εφηβικά χρόνια στη νύχτα της Χερσονήσου και του Ηρακλείου. Καλό παιδί, προσεγμένη εμφάνιση αλλά λίγο χυλοπιτάκιας για την εποχή μιας και ήταν πολύ διαφορετικός στην προσέγγιση των τουριστριών που όπως έλεγε και ο Πανούσης “Γερμανίδες τουρίστριες διψασμένες για σπέρμα” στο γνωστό τραγούδι του. Πολύ ρομαντίλα αυτός, πολύ χύμα αυτές δεν το έλεγες και πρώτο καμάκι.
Έρχεται μια μέρα λοιπόν πάνω στην κονσόλα και μου λέει “Τα έφτιαξα με την Ευριδίκη”. Του έριξα λίγο μπούλιγκ που μου έλεγε ψέματα – έβαλα και στοίχημα ένα μπουκάλι σαμπάνια που ακόμη του χρωστάω – τελικά έλεγε αλήθεια. Τι διάολο; Πως το κατάφερε αυτό το πλάσμα; Την Ευριδίκη, την ίδια που είχε γκρεμίσει τους μισούς τοπικούς Κρητικούς και τουρίστες, αυτή είχε πέσει στα γόνατα του Χρήστου μου;
Μερικά χρονάκια μετά παντρεύτηκαν και έκαναν τη Μάιρα που είναι και το θέμα μας.
Από μικρό αυτό το παιδάκι είχε ταλέντο. Έβαζε μόνο του με τις πάνες ακόμη CD και χόρευε James Brown. Γελούσε και ο Χρήσταρας και εγώ νιώθαμε ότι είχαμε το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή μας. Το κοριτσάκι αυτό ήταν γεμάτο ενέργεια, γεμάτο ζωή, γεμάτο από κάτι που δεν μπορούσες να ονομάσεις αλλά το καταλάβαινες όταν το έβλεπες.
Μεγάλωσε η Μάιρα έγινε καλλιτέχνης. Ζωγράφος, γραφίστας, τραγουδίστρια μέχρι και στο Voice of Greece τη διάλεξαν.
Τι να πεις για έναν άνθρωπο που γεννήθηκε με το ταλέντο σαν δεύτερο δέρμα; Τι να πεις για μια κοπέλα που μεγάλωσε ανάμεσα σε δύο κόσμους – της μάνας της με τη Σουρινάμικη καυτή φλέβα και του μπαμπά της με την κρητική σπονδυλική στήλη της Γέργερης;
Η Μάιρα έγινε εκείνο που όλοι ελπίζαμε ότι θα γινόταν: μια αληθινή καλλιτέχνης. Όχι από αυτές που παρελαύνουν σε talent shows χωρίς ταλέντο, όχι από αυτές που κυνηγούν τη φήμη σαν πεινασμένες γάτες. Αλλά μια που το έχει μέσα της, που το ζει, που το αναπνέει.
Σήμερα που γιορτάζει, που η ζωή της συμπληρώνει έναν ακόμη κύκλο, θυμάμαι εκείνη τη μικρή πιτσιρίκα που χόρευε James Brown με πάνες και σκέφτομαι: “Έτσι πρέπει. Έτσι πρέπει να είναι η ζωή. Γεμάτη χρώμα, γεμάτη μουσική, γεμάτη από την ανάγκη να δημιουργείς κι όταν όλοι οι άλλοι έχουν παραδοθεί στη μιζέρια”.
Χρόνια πολλά Μάιρα. Να συνεχίσεις να μας θυμίζεις ότι η τέχνη δεν είναι επιλογή, είναι ανάγκη. Ότι ο κόσμος χρειάζεται ανθρώπους σαν εσένα που δεν ντρέπονται να δημιουργούν, που δεν φοβούνται να ονειρεύονται, που δεν διστάζουν να στέκονται στη σκηνή και να λένε: “Εδώ είμαι. Αυτό είμαι. Take it or leave it”.
Και να μη ξεχνάς ποτέ ότι όλα ξεκίνησαν από εκείνα τα βράδια στην Κρήτη, όταν ο μπαμπάς σου με έκανε να χάσω ένα στοίχημα και τη μαμά σου τη φλέρταρε όλη η αρσενική Χερσόνησσος χωρίς επιτυχία. Κάποιες ιστορίες αρχίζουν έτσι – με μια σαμπάνια που δεν πληρώθηκε ποτέ και ένα μωρό που χόρευε James Brown.

