Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας (που χτυπιέται ακόμη παίζοντας κιθάρα στο αέρα κάθε φορά που τον βλέπει)

Ήταν καλοκαίρι του ’86, στο γήπεδο του Πανθρακικού, κι εγώ ήμουν απλώς ένας πιτσιρικάς που μύριζε ιδρώτα, μπύρα και μπαρούτι από τη φωνή του πλήθους. Στη σκηνή, τρεις μορφές που έμοιαζαν βγαλμένες από άλλο σύμπαν: ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου να πυροβολεί με τη φωνή του, ο Ζουγανέλης να μοιράζει γέλιο και παραφωνίες-θησαυρούς, και ο Σάκης Μπουλάς να κλείνει το βράδυ ουρλιάζοντας στο μικρόφωνο:«ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ, ΚΟΥΦΑΛΑ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗ!»

Αυτό δεν ήταν απλώς συναυλία· ήταν τελετουργία αντίστασης. Και ο Βασίλης τότε, με τα μαλλιά στον αέρα και τη φλέβα στον λαιμό έτοιμη να σπάσει, έμοιαζε να μας ορκίζει ότι δεν θα παραδοθούμε ποτέ —ούτε σε κυβερνήσεις, ούτε σε στρατοκράτες, ούτε στον ίδιο τον Χάρο.

Και να που τώρα, σχεδόν 40 χρόνια μετά, ο ίδιος άνθρωπος βγαίνει στη σκηνή με πατερίτσα, τραυματισμένος, αλλά πεισματάρης σαν το ροκ που κουβαλάει μέσα του. Οι δικοί του τον παρακαλούν να προσέχει, να ξεκουραστεί, να αφήσει το μικρόφωνο για λίγο. Αλλά ο Βασίλης; Ο Βασίλης δεν αλλάζει. Αν τότε τραγουδούσε για να μην πεθάνουμε ποτέ, σήμερα ανεβαίνει στο σανίδι για να μας αποδείξει ότι εκείνος τουλάχιστον δεν σκοπεύει να πεθάνει… ούτε στη σκηνή, ούτε έξω από αυτήν.

Ο Μπουλάς μπορεί να το φώναζε, αλλά ο Παπακωνσταντίνου το ζει: δεν θα πεθάνουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη. Μόνο που τώρα, η φωνή του έχει και κάτι παραπάνω —την ηχώ μιας ζωής που δεν έκανε ποτέ πίσω.

Τέλος αρχειακού αντιγράφουΤο πρωτότυπο παραμένει η επίσημη έκδοση αναφοράς.Μετάβαση στην αρχική πηγή ↗