Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας
Εμείς, αγαπητοί μου, είμαστε το απόλυτο case study στο Χάρβαρντ: ο λαός που πέφτει, ξανασηκώνεται, ξαναπέφτει, και στο τέλος παίρνει βραβείο γιατί… συμμετείχε. Δεν μας ενδιαφέρει το αποτέλεσμα, αρκεί να βάλουμε υπογραφή στην ιστορία — έστω κι αν γράφεται με μπλάνκο.
Μετά την Κατοχή; Οι δοσίλογοι έγιναν κυβερνήτες. Μετά τη Χούντα; Οι χουντικοί έγιναν υπουργοί. Τα εγγόνια των δικτατόρων υπουργοί, οι γιοι τους πρωθυπουργοί. Οι μαυραγορήτες έγιναν εργοστασιάρχες, οι βασανιστές στρατηγοί, κι εμείς τους καμαρώναμε να κόβουν κορδέλες. Αυτό δεν είναι ακομπλεξάριστο, είναι κανονικό stand-up με το κοινό να χειροκροτάει.
Η Μικρασιατική Καταστροφή; Μόνοι μας την φέραμε, γιατί θέλαμε «Ψωμί, ελιά και Κώτσο βασιλιά». Κάναμε επανάσταση για να φύγουμε από τους Τούρκους και όταν ελευθερωθήκαμε, βαφτίσαμε τα κόμματά μας Αγγλικό, Ρωσικό και Γαλλικό. Σα να παντρεύεσαι για να γλιτώσεις από τη μάνα σου και να κουβαλάς τη μάνα σου στο γαμήλιο ταξίδι.
Κι αν νομίζετε πως αυτά είναι παλιά, ας έρθουμε στο σήμερα. Ψηφίζουμε τους ίδιους πολιτικούς οίκους για τρεις και τέσσερις γενιές, σαν να είναι οικογενειακό σουβλατζίδικο. Μητσοτάκηδες, Παπανδρέου, Καραμανλήδες… Ψηφίζουμε με το ίδιο πάθος που ψηφίζουμε στο Voice: «Ωραίος ο νέος, αλλά ας περάσει ο γνωστός, τον ξέρουμε».
Δολοφονήσαμε τους ήρωες του ’21, φυλακίσαμε τους ήρωες της Αντίστασης, κι ύστερα αποθεώσαμε τους εφοπλιστές που χρηματοδοτούσαν τη Χούντα. Ο Νιάρχος κι ο Ωνάσης έγιναν εθνικά ινδάλματα — όχι γιατί πρόσφεραν στην κοινωνία, αλλά γιατί αγόρασαν μεγαλύτερα καράβια από τον γείτονα. Εθνική περηφάνεια με σημαία Panama Flag.
Κι όταν οι ξένοι μας τσακίζουν, εμείς πάντα βρίσκουμε τρόπο να τους παίξουμε μπουζούκι. Νικήσαμε τους Ιταλούς στην Αλβανία, σταματήσαμε τον Χίτλερ στα οχυρά της Θράκης, και μετά παίζαμε «Συννεφιασμένη Κυριακή» στα γερμανικά πόδια για ένα ξεροκόμματο. Ακόμα και με τους Πέρσες: τους νικήσαμε στη Σαλαμίνα και μετά Μηδίζαμε. Δεν έχουμε εμμονές, έχουμε πρόγραμμα: πολεμάμε σήμερα, γλεντάμε μαζί αύριο.
Στο μεταξύ, ανεχόμαστε τα πάντα. Πεζοδρόμια για πάρκινγκ, δημόσιες υπηρεσίες πιο αργές από τον θάνατο, λίστες αναμονής στα νοσοκομεία που κρατάνε περισσότερο από την ουρά στον Άγιο Πέτρο. Κι όταν κάποιος παραπονιέται, η απάντηση είναι πάντα η ίδια: «Έλα μωρέ, Ελλάδα είναι».
Αλλά το αποκορύφωμα είναι η αυτοπεποίθηση. Μόνο ο Έλληνας μπορεί να είναι χρεοκοπημένος, με τα δάνεια στον λαιμό και τον φραπέ στο χέρι, και να λέει στον Ιταλό τουρίστα: «Εμείς δώσαμε τον πολιτισμό στον κόσμο, ρε». Μόνο εμείς μπορούμε να τρώμε ξύλο στις ουρές του ΙΚΑ και να πιστεύουμε ότι είμαστε «ανώτεροι» γιατί κάπου, κάποτε, υπήρξε ο Περικλής.
Είμαστε ο πιο ακομπλεξάριστος λαός του κόσμου γιατί, πολύ απλά, δεν ξέρουμε τι σημαίνει «κόμπλεξ». Ξέρουμε μόνο να καμαρώνουμε για τα λάθη μας, να τα τραγουδάμε με μπουζούκι και να τα σερβίρουμε ως ιστορία. Και στο τέλος, το χειροκροτάμε κιόλας.
Είμαστε Έλληνες. Και δεν ντρεπόμαστε καθόλου.

