Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας , φιλικός προς τον Αλέξη, αλλά φίλος και της μνήμης.

Εμένα αυτός ο Τσίπρας, μου αρέσει.Και το λέω χωρίς ενοχές. Χωρίς «ναι μεν αλλά». Μου αρέσει αυτός ο Τσίπρας που μιλάει με λόγια σμιλεμένα από Γκράμσι, Μουχίκα και Ζορμπά. Που δεν είναι πια ο πρωθυπουργός της πίεσης, αλλά ο στοχαστής μιας βαθιάς κουλτούρας – σχεδόν ποιητής της Αριστεράς.

«Να απαντήσουμε στη βαρβαρότητα των λίγων με τον πολιτισμό των πολλών», είπε.Και κάπου εκεί, ακούστηκε ένας ψίθυρος από το παρελθόν: Ναι ρε φίλε, αυτό ήθελες πάντα να πεις. Αλλά τώρα το λες χωρίς να φοβάσαι ότι θα στο γράψει άλλος στο non paper.

Όταν τον άκουσα να περιγράφει τα κράτη ως ιδιωτικές εταιρείες των ηγετών τους – με τους Ευρωπαίους ηγέτες να έχουν μετατραπεί στους γελωτοποιούς του βασιλιά – δεν είδα τον Τσίπρα του 2015. Είδα έναν Τσίπρα το 2025: πιο ώριμο, πιο πικρό, αλλά και πιο επικίνδυνο – με την καλή έννοια. Γιατί όταν κάποιος δεν έχει να χάσει εξουσία, μπορεί να πει την αλήθεια.

Αυτός ο Τσίπρας δεν έχει απέναντί του τον Σόιμπλε – έχει απέναντί του τη λήθη. Δεν παλεύει με την τρόικα – παλεύει με τη συνείδησή μας. Και δεν προσπαθεί να κυβερνήσει – προσπαθεί να θυμίσει γιατί κάποτε άξιζε να κυβερνήσει.

Μιλούσε στη Ρώμη για τη Μυρσίνη Ζορμπά, αλλά στην πραγματικότητα μιλούσε για όλους εμάς. Για εμάς που μείναμε, ελπίσαμε, απογοητευτήκαμε.Για εμάς που κοιτάξαμε πίσω και είπαμε: «Ρε λες να φταίξαμε κι εμείς;»Που ακόμα δεν ξέρουμε αν η ελπίδα ήταν ηλίθια ή αν απλώς ήρθε νωρίς.

Και μέσα από την αφήγηση της Ζορμπά, έκανε κάτι σπάνιο:Δεν ξέπλυνε τα λάθη – τα παραδέχτηκε.Δεν μίλησε για επιτυχίες – μίλησε για παραλείψεις.Δεν είπε «φταίνε οι άλλοι» – είπε «θα μπορούσαμε να κάνουμε περισσότερα».

Μου αρέσει αυτός ο Τσίπρας γιατί δεν προσποιείται ότι δεν ξέρει. Ξέρει. Και πονάει.

Ξέρει ότι η πολιτική του διαδρομή, όσο ένδοξη κι αν ήταν στο ξεκίνημα, είχε έναν κόμβο που δεν κατάφερε να περάσει.Ξέρει ότι κυβέρνησε με έναν Καμμένο – και ας μην το ξαναείπε ποτέ.Ξέρει ότι πήρε μαζί του μια γενιά και την άφησε σε μια στάση χωρίς συνέχεια.

Αλλά τώρα, δεν προσπαθεί να απολογηθεί. Προσπαθεί να ερμηνεύσει.

Και γι’ αυτό, μου αρέσει.

Γιατί όταν λέει ότι «τα κράτη γίνονται εταιρείες των προέδρων και των ολιγαρχών», δεν το λέει με ρητορεία. Το λέει με θλίψη.Γιατί βλέπει τι έρχεται – και πονάει που ίσως δεν μπορεί να το εμποδίσει.

Το ερώτημα είναι, και φοβάμαι να το γράψω:Αν ξαναγίνει Πρωθυπουργός, ποιον Τσίπρα θα έχουμε απέναντί μας;

Τον σημερινό; Τον στοχαστή, τον πολιτισμένο, τον “ευρωπαίο με ελληνική ψυχή”;Ή τον άλλον, τον αγχωμένο, τον μετέωρο, τον γεωπολιτικά αμήχανο, τον παγιδευμένο από ίδιους και ξένους; Τον άνθρωπο που στο τέλος έμοιαζε να κρατά τη χώρα όχι από το τιμόνι, αλλά από τα μαλλιά.

Γιατί, ξέρεις, αυτή είναι η μαγεία αλλά και η κατάρα της Αριστεράς:Να έχει λόγια που μπορούν να σου αλλάξουν την ψυχή – και έργα που μπορούν να σε διαλύσουν.Να φωνάζει για τον «πολιτισμό των πολλών» και να αναγκάζεται να κυβερνήσει με τη γραβάτα του Προϋπολογισμού να τη σφίγγει σαν θηλιά.

Μου αρέσει ο Τσίπρας που λέει “η δημοκρατία πρέπει να υπάρχει στην καθημερινή μας κουλτούρα”.Γιατί είναι η πρώτη φορά που δεν υπόσχεται καμία νέα αρχή – αλλά μια ενσυνείδητη συνέχεια.Και γιατί μοιάζει να έχει καταλάβει, επιτέλους, πως η Αριστερά δεν σώζει τη χώρα όταν κερδίζει εκλογές, αλλά όταν καταλαβαίνει τι πήγε στραβά στις προηγούμενες.

Γι’ αυτό και κλείνω με την ίδια απορία που είχα στην αρχή:

Αν αυτός ο Τσίπρας ξαναγίνει Πρωθυπουργός, θα μείνει αυτός ο Τσίπρας;Ή μαζί με εκείνον θα μας ξανάρθει κι ο άλλος – ο “Τσίπρας των αυταπατών”;

Δεν έχω την απάντηση.

Αλλά είμαι εδώ. Και τον ακούω.

Και ξέρεις κάτι;

Εμένα αυτός ο Τσίπρας, μου αρέσει.

Τέλος αρχειακού αντιγράφουΤο πρωτότυπο παραμένει η επίσημη έκδοση αναφοράς.Μετάβαση στην αρχική πηγή ↗