Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας
Βρήκα το παρακατω κείμενο (στο τέλος του άρθρου) στο Facebook και ένιωσα ότι μιλούσε κατευθείαν από την ψυχή μου — σαν κάποιος να έβαλε σε λέξεις όσα σκεφτόμαστε πολλοί αλλά φοβόμαστε να πούμε. Δεν μπορούσα να μην το σχολιάσω.
Στην Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνεις εγκληματίας. Αρκεί να δείχνεις ότι έχεις γνωστό τον εγκληματία.
Δεν είμαστε χώρα. Είμαστε μια προσομοίωση δημοκρατίας με το λογότυπο «Brain Gain» και το περιεχόμενο «Αντε γαμ**ου, χαζέ». Μια βαλκανική Μονόπολη όπου τα σπίτια αγοράζονται με ψεύτικες επιδοτήσεις, τα παιδιά διορίζονται σε πόστα θανάτου και οι ηλίθιοι ανταμείβονται με κρατικές Mercedes.
Μέσα σε αυτή τη μπαρουταποθήκη της καθημερινότητας, εμφανίζεται ο ανώνυμος συγγραφέας ενός κειμένου-γροθιάς. Δεν έχει υπογραφή – αλλά δεν χρειάζεται. Είναι η ίδια η χώρα που κραυγάζει μέσα από τις λέξεις του. Είναι η φωνή του παιδιού που δεν είχε “βύσμα” στο στρατό και έπρεπε να φυλάξει σκοπιά με το όπλο να στάζει ιδρώτα. Είναι ο φοιτητής που έφυγε για το Βερολίνο και δεν ξανακοίταξε πίσω. Είναι η μάνα που έκλαψε το παιδί της στα Τέμπη.
Ο σταθμάρχης διορίστηκε με βύσμα. Αυτό το ξέραμε. Αυτό που δεν ξέραμε ήταν πόσο γρήγορα θα ξεχαστεί.
Και τώρα έχουμε τον «Φραπέ». Όχι, δεν είναι meme. Είναι αξιωματούχος με αρμοδιότητες και δημόσιο χρήμα στα χέρια του. Κι ο «Χασάπης». Ούτε αυτός είναι σκύλος ράτσας. Είναι σύμβουλος υπουργείου. Είναι εκεί για να κόβει κομμάτια από τον κρατικό προϋπολογισμό και να τα κάνει γύρο.
Είναι οι φίλοι του συστήματος. Οι γλείφτες του παρακράτους. Οι σαρκοφάγοι της μίζας.
Ο συγγραφέας μάς θύμισε μια σκηνή από τη θητεία του. Ένα αγράμματο παιδί, με μουστάκα και κόμπλεξ, να επιβάλει το «βύσμα» του σε ολόκληρο στρατόπεδο. Αυτή είναι η εθνική μας αφήγηση. Όχι ο Μακρυγιάννης, ούτε η Παπαρήγα. Ο βυσματίας με το σουβλάκι στο χέρι και την αλυσίδα στο λαιμό.
Από εκεί ξεκινάμε. Από τον κώδικα επιβίωσης που λέει: Μην είσαι άξιος, να είσαι φίλος.
Η Ελλάδα δεν κυβερνιέται από κόμματα. Κυβερνιέται από παρέες. Παρέες που φτιάχνουν τους νόμους για τους άλλους και τα παραθυράκια για τους δικούς τους. Ο πρωθυπουργός μιλά για «brain gain» – αλλά το μόνο που κερδίζει η χώρα είναι νεκροτομείο εγκεφάλων. Ο κάθε έξυπνος φεύγει. Ο κάθε μαλάκας μένει και βολεύεται.
Γιατί;
Γιατί στην Ελλάδα τιμωρείται η αξιοκρατία. Είναι βρισιά να είσαι άριστος, αν δεν έχεις περάσει πρώτα από το γραφείο του υπουργού. Είναι προσβολή να είσαι έντιμος, αν δεν έχεις φτιάξει τουλάχιστον μια offshore στην Κύπρο. Είναι επικίνδυνο να είσαι σκεπτόμενος, αν δεν έχεις κλείσει το στόμα και ανοίξει το πορτοφόλι.
Ο μεθυσμένος με την Πόρσε σκοτώνει. Και φεύγει ελεύθερος. Ο άνεργος που χρωστάει 2.000€ στην εφορία, φυλακίζεται. Αυτό είναι το «κράτος δικαίου».
Μια χώρα με δύο πραγματικότητες:
Η πραγματικότητα των χαρτογιακάδων με τα καλά παιδιά που πάνε φυλακή για ψίχουλα.
Η πραγματικότητα των χαρτογιακάδων με τα καλά παιδιά που πάνε φυλακή για ψίχουλα.
Και η άλλη: η μαφιόζικη πραγματικότητα των “άριστων” της φακής.
Και η άλλη: η μαφιόζικη πραγματικότητα των “άριστων” της φακής.
Ο συγγραφέας το λέει καθαρά: «Δεν είναι οικονομικό το πρόβλημα. Είναι ηθικό. Πολιτικό. Πολιτισμικό.» Και δεν υπάρχει πιο εύστοχο συμπέρασμα. Η Ελλάδα δεν είναι απλώς μια χώρα που δεν δουλεύει. Είναι μια χώρα που επιλέγει να μην δουλεύει, γιατί το σύστημα λειτουργεί μόνο όταν αποτυγχάνει.
Αυτοί που ευθύνονται για τον σταθμάρχη των Τεμπών, τον «Φραπέ», τον «Χασάπη», τον οδηγό της Πόρσε, δεν είναι απρόσωποι. Είναι πρόσωπα. Έχουν ονόματα. Έχουν θέσεις. Έχουν εξουσία. Και τη χρησιμοποιούν για να εξαγοράζουν τις σιωπές.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα στους σιωπηλούς και στους συνένοχους, ο συγγραφέας αυτού του κειμένου φωνάζει «αρκετά».
Δεν ξέρω ποιος είσαι, φίλε. Ίσως δεν το μάθω ποτέ.
Αλλά να ξέρεις ότι δεν είσαι μόνος.
Και όσο υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που γράφουν με τέτοιο πάθος, όσο υπάρχουν ακόμη λέξεις που στάζουν αλήθεια, ίσως να υπάρχει ακόμη ελπίδα.
Ίσως.
Το αυθεντικό κείμενο που διάβασα στο Facebook “Αγνώστου Συγγραφέα”

