Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας , Homesick για την πόλη που με μεγάλωσε

«Ένας κακός βοριάς μαστιγωτήςμέσα στη νύχτα κατεβαίνει απ’ τη Ροδόπηκαι μ’ ένα φόβο σε ξυπνάει για να δειςπόσο αλλάξαν οι καιροί και οι ανθρώποι…»— Θανάσης Γκαϊφύλλιας, «Κομοτηνή»

Δεν ξέρω πώς να εξηγήσω σε κάποιον που δεν έχει ζήσει εδώ, τι είναι η Κομοτηνή. Μπορείς να μιλήσεις για τις γλώσσες, τους λαούς, τα καφενεία, τα βουνά. Μπορείς να πεις για την πλατεία, για τους φοιτητές, για τους φαντάρους, για τον Θανάση Γκαϊφύλλια. Που στο δισκοπωλείο του με τα καναρίνια, μου είπε κάποτε: “Άσε τους Duran Duran μεγάλε. Αυτό είναι για σένα. Και μου έδωσε το Various Positions του Leonard Cohen” Αλλά δεν μπορείς να μεταδώσεις εκείνη τη λεπτή αίσθηση επιστροφής – αυτό το εσωτερικό «κλικ» που νιώθεις όταν, Πάσχα πια, γυρνάς στην πόλη που μεγάλωσες και βλέπεις ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει, κι όμως όλα είναι αλλιώς.

Κάθε φορά που επιστρέφω, την περπατώ από την αρχή. Σαν να προσπαθώ να τη διαβάσω ξανά, με μάτια που πια έχουν δει άλλα μέρη, άλλες πόλεις σε άλλες ηπείρους τελείως διαφορετικές. Κι όμως, η Κομοτηνή είναι πάντα εκεί: ζεστή, ήσυχη, παράξενη – κι απίστευτα ανθρώπινη.

Στη γειτονιά μου…

Ο παππούς του φίλου μου του Σιδέρη του Φαρασόπουλου, παππάς Καππαδόκης. Μιλούσε και έψελνε μια παράξενη τουρκική, γεμάτη λέξεις από παλιά ελληνικά. Έψελνε στα ελληνικά αλλά μαγείρευε στα «καραμανλίδικα».

Ο φίλος μου ο Δώρης ήταν Πόντιος. Μας τραγουδούσε «πάρθεν η Ρωμανία». Δεν μιλούσε πια τη διάλεκτο, αλλά κάθε λίγο, έβαζε το ραδιόφωνο να παίζει τον Σαββίδη.

Η Νουριέ μιλούσε τουρκικά με τη μαμά της, ελληνικά μαζί μας, και πομακικά με τη γιαγιά της. Δεν τη ρώτησε ποτέ κανείς τι είναι. Ήταν απλώς η Νουριέ μας.

Και λίγο πιο κάτω, ένας γερο-Ρωσοπόντιος, με ρίζες από το Σοχούμι, μου έδινε κάθε Μεγάλη Πέμπτη ένα πασχαλινό κουλούρι. Μου μιλούσε πότε στα ρωσικά, πότε στα ποντιακά. Και πάντα χαμογελούσε.

Πόσες γλώσσες μπορεί να μιλά μια πόλη χωρίς να το φωνάζει;

Ελληνικά, φυσικά. Η γλώσσα της εκπαίδευσης, του κράτους, της κοινής ζωής.

Ελληνικά, φυσικά. Η γλώσσα της εκπαίδευσης, του κράτους, της κοινής ζωής.

Τουρκικά, ζωντανά, μελωδικά, καθημερινά. Η γλώσσα των τουρκογενών και πολλών μουσουλμάνων.

Τουρκικά, ζωντανά, μελωδικά, καθημερινά. Η γλώσσα των τουρκογενών και πολλών μουσουλμάνων.

Πομακικά, σπάνια, βαθιά, σαν προσευχή των βουνών.

Πομακικά, σπάνια, βαθιά, σαν προσευχή των βουνών.

Ρομανί, τα γέλια των Ρομά παιδιών, οι γιορτές τους, οι αφηγήσεις τους.

Ρομανί, τα γέλια των Ρομά παιδιών, οι γιορτές τους, οι αφηγήσεις τους.

Ποντιακά, τα κρυμμένα δάκρυα μιας γενοκτονίας που έγινε παράδοση.

Ποντιακά, τα κρυμμένα δάκρυα μιας γενοκτονίας που έγινε παράδοση.

Ρωσικά, από τα σπίτια των Ρωσοποντίων, που ήρθαν με τη δεκαετία του ’90 και φύτεψαν μια άλλη πατρίδα εδώ.

Ρωσικά, από τα σπίτια των Ρωσοποντίων, που ήρθαν με τη δεκαετία του ’90 και φύτεψαν μια άλλη πατρίδα εδώ.

Αρμενικά, θραύσματα μιας γλώσσας που έμεινε πίσω, μα δεν ξεχάστηκε ποτέ.

Αρμενικά, θραύσματα μιας γλώσσας που έμεινε πίσω, μα δεν ξεχάστηκε ποτέ.

Αρβανίτικα, ελάχιστα, μα σαν ηχώ στους πιο ηλικιωμένους.

Αρβανίτικα, ελάχιστα, μα σαν ηχώ στους πιο ηλικιωμένους.

Σαρακατσάνικα, ελληνικά της ρίζας, της νομαδικής σοφίας, της πέτρας και του αρμιού.

Σαρακατσάνικα, ελληνικά της ρίζας, της νομαδικής σοφίας, της πέτρας και του αρμιού.

Και όλα αυτά όχι για να χωρίσουν τους ανθρώπους. Μα για να τους ενώσουν όπως μόνο οι πατρίδες ξέρουν: ήσυχα, ανεπίσημα, αληθινά.

Και τ’ απογεύματα στα τούρκικα στενά,ένα γραμμόφωνο να κλαίει για τα μεράκια…

Κάπως έτσι είναι τα απογεύματα εδώ. Μεσημέρια με γιασεμί και καφέ κάτω από τα πλατάνια, σούρουπα με μπαχάρια και ψητά. Και κάπου στο βάθος, ο ήχος μιας γλώσσας που δεν γνωρίζεις, αλλά την καταλαβαίνεις.Εδώ δεν χρειάζεται να ξέρεις τα λόγια. Αρκεί να έχεις αυτιά και μνήμη.

Συνύπαρξη, όχι θεωρία αλλά πράξη

Η Κομοτηνή δεν έκανε συνέδρια για την πολυπολιτισμικότητα. Την έζησε. Την ζει κάθε μέρα.Στα παζάρια, στις προσευχές, στα φοιτητικά σπίτια, στα σχολεία, στα καφενεία.Χριστιανοί, μουσουλμάνοι, πρόσφυγες, φαντάροι, φοιτητές, γηγενείς και περαστικοί — όλοι μια μεγάλη σιωπηλή οικογένεια.

Δεν υπάρχει εδώ «εμείς και οι άλλοι». Υπάρχει μόνο «μας».Μας, όπως λέμε: τα δικά μας χρόνια, οι δικές μας αυλές, τα δικά μας φαγητά, οι δικές μας Κυριακές.

Κομοτηνή, Κομοτηνή…φωνή σβησμένη απ’ τη βροχή κι απ’ τις αρβύλες,λησμονημένη και γυμνή,κοιτάς το αύριο κρυφά πίσω απ’ τις γρίλιες…

Αυτή είναι η πόλη μου.Η πόλη με τις γρίλιες, τις φωνές, τις γλώσσες, τις σιωπές.Η πόλη που με έμαθε να βλέπω τους ανθρώπους μέσα απ’ το βλέμμα τους, όχι από το πού ήρθαν ή τι προσεύχονται.

Η Κομοτηνή είναι παράξενη γιατί δεν φωνάζει.Είναι αληθινή γιατί κουβαλά όλους τους πόνους και τις χαρές ενός αιώνα μέσα σε λίγα τετράγωνα.

Και κάθε φορά που επιστρέφω — όπως φέτος, στις γιορτές του Πάσχα — με διδάσκει ξανά αυτό που η Αθήνα ξεχνά:

Ότι οι πατρίδες δεν είναι εδάφη, είναι τρόπος να αγαπάς.Και η Κομοτηνή, η πιο παράξενη πόλη της Ελλάδας,σου μαθαίνει να αγαπάς χωρίς σύνορα, χωρίς όρους, χωρίς λέξεις.

Τέλος αρχειακού αντιγράφουΤο πρωτότυπο παραμένει η επίσημη έκδοση αναφοράς.Μετάβαση στην αρχική πηγή ↗