Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας
Προτού ανάψουμε τα κεράκια για τα πενήντα και κάτι χρόνια της Μεταπολίτευσης, ίσως αξίζει να κάνουμε κάτι πιο δύσκολο από μια ακόμη τελετή μνήμης. Να κοιτάξουμε κατάματα εκείνους που την έχτισαν και να αναρωτηθούμε αν θα αναγνώριζαν τη Δημοκρατία που άφησαν πίσω τους. Γιατί η 24η Ιουλίου του 1974 δεν ήταν μια αλλαγή κυβέρνησης. Ήταν μια πράξη εθνικής αυτοσυντήρησης. Ήταν η στιγμή που άνθρωποι με βαθιές πολιτικές, ιδεολογικές και ιστορικές διαφορές κατάλαβαν ότι πρώτα σώζεται το σπίτι και μετά διαφωνούν για το χρώμα των τοίχων.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέστρεψε μέσα στη νύχτα από το Παρίσι για να αναλάβει μια χώρα που έμοιαζε με ναρκοπέδιο. Δίπλα του ο Γεώργιος Μαύρος, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ο Γεώργιος Ράλλης. Άνθρωποι που κουβαλούσαν διαφορετικές διαδρομές αλλά κοινή συνείδηση ευθύνης. Και απέναντί τους, η Αριστερά. Ο Χαρίλαος Φλωράκης, ο Ηλίας Ηλιού, ο Μπάμπης Δρακόπουλος, ο Μίκης Θεοδωράκης. Άνθρωποι που είχαν πληρώσει με φυλακές, εξορίες και αποκλεισμό την πίστη τους στις ιδέες τους. Η νομιμοποίηση του ΚΚΕ δεν ήταν μια κομματική παραχώρηση. Ήταν η απόφαση μιας Δημοκρατίας αρκετά ώριμης ώστε να μη φοβάται τους αντιπάλους της. Ήταν η στιγμή που το κράτος αποφάσισε ότι η εθνική συμφιλίωση αξίζει περισσότερο από την εκδίκηση.
Αναρωτιέμαι συχνά τι θα έλεγαν όλοι αυτοί αν περπατούσαν σήμερα στους διαδρόμους του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Θα έβλεπαν μια Δημοκρατία γεμάτη θεσμούς αλλά φτωχή σε κύρος. Ένα πολιτικό προσωπικό που μετρά την επιτυχία του με likes, focus groups και αλγορίθμους αντί με ιστορικό αποτύπωμα. Μια δημόσια συζήτηση που δεν παράγει ιδέες αλλά hashtags. Ένα Κοινοβούλιο που πολλές φορές θυμίζει τηλεοπτικό πάνελ και όχι τον χώρο όπου συγκρούονται μεγάλα οράματα για τη χώρα.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι η φθορά των κομμάτων. Είναι η φθορά του πολιτικού αναστήματος. Η Ελλάδα μοιάζει να κυβερνάται από μια γενιά ακροκεντρώων διαχειριστών, ανθρώπων που πιστεύουν ότι η μεγαλύτερη πολιτική αρετή είναι να μη δυσαρεστήσουν κανέναν. Δεν παράγουν ιδεολογία, δεν αναλαμβάνουν ιστορικό ρίσκο, δεν εμπνέουν. Διαχειρίζονται. Μετρούν. Ζυγίζουν. Αναβάλλουν. Κι όταν η κοινωνία ζητά απαντήσεις για τη δημογραφική κατάρρευση, τη θεσμική κρίση, την ανασφάλεια, την οικονομική στασιμότητα, την τεχνολογική μετάβαση ή την κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, εκείνοι απαντούν με επικοινωνιακά πακέτα, επιδόματα και προσεκτικά διατυπωμένες φράσεις που δεν ενοχλούν κανέναν και δεν εμπνέουν κανέναν.
Η ειρωνεία είναι σχεδόν τραγική. Η γενιά του 1974 παρέλαβε μια χώρα τραυματισμένη από μια δικτατορία και πίστεψε ότι η Δημοκρατία είναι μια ζωντανή υπόσχεση που χρειάζεται γενναιότητα για να επιβιώσει. Η σημερινή γενιά πολιτικών παρέλαβε την πιο σταθερή δημοκρατική περίοδο της ελληνικής ιστορίας και κατάφερε να μετατρέψει τη Δημοκρατία σε διαδικασία χωρίς πάθος, χωρίς όραμα και, το χειρότερο, χωρίς πίστη. Οι πολίτες δεν αισθάνονται ότι συμμετέχουν. Αισθάνονται ότι παρακολουθούν.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο παράδοξο της Μεταπολίτευσης. Εκείνοι που την οικοδόμησαν ήταν αντίπαλοι αλλά πίστευαν βαθιά στη Δημοκρατία. Οι σημερινοί δηλώνουν όλοι δημοκράτες, αλλά σπάνια δείχνουν να πιστεύουν ότι η Δημοκρατία μπορεί ακόμη να αλλάξει τη μοίρα της χώρας. Και όταν μια Δημοκρατία χάνει την ικανότητα να γεννά ελπίδα, δεν πεθαίνει με πραξικοπήματα. Πεθαίνει πιο αργά, πιο ήσυχα και πιο ύπουλα: από τη μετριότητα εκείνων που την διαχειρίζονται και από την αδιαφορία εκείνων που παύουν να πιστεύουν σε αυτήν. Αυτό, ίσως, είναι το πραγματικό ερώτημα που μας άφησε η 24η Ιουλίου. Όχι αν αποκαταστάθηκε τότε η Δημοκρατία. Αλλά αν σήμερα είμαστε άξιοι να τη διατηρήσουμε.

